Ήταν μύθος η πραγματικότητα η Αργοναυτική εκστρατεία ;
Στην σημερινή εργασία για τον Έλληνα που αναπαύεται στο Έβδομον, θα δούμε γιατί είναι ο βασικότερος πυλώνας γεωπολιτικής, σχετικά με την Εθνική μας επιβίωση.
Τι λένε οι μεγάλοι Έλληνες σοφοί σχετικά με το θέμα αυτό ; Στην σημερινή έρευνα θα δούμε πολλά άγνωστα στοιχεία για πρώτη φορά, σχετικά με την μεγαλύτερη γυναίκα-Θεουργό στην παγκόσμια ιστορία. Δυστυχώς όπως και στον Τρωικό πόλεμο, οι γνωστοί-άγνωστοι φρόντισαν να εξαφανίσουν τα ιστορικά στοιχεία, για να περάσει και η Αργοναυτική εκστρατεία στον κλάδο της μυθολογίας !!! (1) Το θέμα της εργασίας μου είναι εάν η Αργοναυτική εκστρατεία ήταν μυθοπλασία η πραγματικό ιστορικό γεγονός. Επιπροσθέτως ισχυρό κίνητρο για να επιλέξω αυτό το θέμα ως εργασία ήταν η Μήδεια.
Η Μήδεια μαζί με την ωραία Ελένη και την Ολυμπιάδα, την μητέρα του Αλέξανδρου, αποτελούν σε παγκόσμιο επίπεδο τα τρία μεγαλύτερα γυναικεία πρότυπα όλων των εποχών, στα πλαίσια του φεμινιστικού κινήματος. Στο σημείο αυτό και πριν ξεκινήσω την εργασία μου, αισθάνομαι την ανάγκη σε ηθικό επίπεδο να ευχαριστήσω τον κύριο Ευάγγελο Φιλ. Γιαννόπουλο για την πολύτιμη καθοδήγηση του και τις συμβουλές του, καθώς χωρίς τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις που μου έδωσε, θα ήταν αδύνατον να γράψω και να ολοκληρώσω αυτή την εργασία σε αυτό το επίπεδο που θα διαβάσετε. Επίσης ευχαριστώ θερμά τον κύριο Ευάγγελο Φιλ. Γιαννόπουλο γεωπολιτικό αναλυτή και ιδρυτή-δημιουργό δύο νέων επιστημονικών κλάδων σε παγκόσμιο επίπεδο (Γεωπολιτικός Εθνικισμός-Γεωπολιτική Θεολογία), που μου έδωσε το κίνητρο να ακολουθήσω τον κλάδο της Φιλοσοφικής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Σύμφωνα με τον Μέγα Αριστοκλή όπως τον ονομάζει ο κύριος Ευάγγελος Φιλ. Γιαννόπουλος, η μυθολογία είναι μια εμπεριστατωμένη μελέτη των παλαιών-πραγματικών γεγονότων. Ο Μέγιστος των Σοφών της ανθρωπότητας, διακρίνει τους μύθους σε πλαστούς και γνήσιους. Οι γνήσιοι μύθοι είναι αληθινές ιστορίες καθώς αναφέρονται σε συναρπαστικά και μεγαλειώδη γεγονότα. Κατά τον Θεουργό-Αρχιερέα του μαντείου των Δελφών Πλούταρχο, στους γνήσιους μύθους κρύβονται επιστημονικά δεδομένα, τα οποία διατυπώνονται αινιγματικά. Οι παραδοσιακοί μύθοι, όπως η Αργοναυτική εκστρατεία, είναι γνήσιοι, αφού εμπεριέχουν αληθινά γεγονότα γεωλογικού, ιστορικού και αστρονομικού νοήματος.
Ορισμένοι θεωρούν ότι η ιστορία του Ιάσονα – Αργοναυτών είναι μυθοπλασία των αρχαίων Ελλήνων. Εν τούτοις η λέξη «μύθος» υποδήλωνε ιστορία ή αφήγηση, ετυμολογικά όμως σχετίζεται με την λέξη «αλήθεια». Επίσης, έχει σχέση με το ρήμα «μυώ=διδάσκω», κυρίως για τα μυστήρια. Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν πολλοί συμβολισμοί και ερμηνείες σχετικά με τους μύθους. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η Αργοναυτική εκστρατεία συμβολίζει την βασιλική δύναμη, και τις βασιλικές οικογένειες των βασιλέων Θεουργών, την συγχώρεση των θεών, την παραγωγή χρυσού, τον πλούτο της Κολχίδας, καθώς και την αποίκηση των αρχαίων Ελλήνων.
Η Αργοναυτική εκστρατεία, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μύθους της ελληνικής αρχαιότητας, κατέχοντας την ίδια θέση με τα ομηρικά έπη και τους άθλους του Ηρακλή. Σκοπός της Αργοναυτικής Εκστρατείας ήταν να παραδοθεί το Χρυσόμαλλο Δέρας στον βασιλιά Πελία της Ιωλκού, από την Κολχίδα της Μαύρης Θάλασσας. Μέσα από τον γνήσιο μύθο της Αργοναυτικής Εκστρατείας εξετάζονται οι πηγές και οι αρχαίου συγγραφείς, που ανέφεραν και κατέγραψαν για τον μύθο. Γίνεται προσπάθεια επιστημονικής τεκμηρίωσης του μύθου, σύμφωνα με την γεωμυθολογία. Αναλύεται διεπιστημονικά ο μύθος της Αργοναυτικής εκστρατείας, με σκοπό τον εντοπισμό γεωφυσικών, ιστορικών και αστρονομικών γεγονότων. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς επεσήμαναν την εν δυνάμει ιστορική αξία του μύθου. Η καταστροφή της Τροίας αποδείχθηκε ότι ήταν πραγματική μετά τις ανασκαφές και τα ευρήματα στο αρχαίο Ίλιον με πρωτοπόρο τον Σλήμαν. Πλέον η Αργοναυτική εκστρατεία περιμένει τον δικό της επιστήμονα-ερευνητή, που θα τεκμηριώσει την πραγματική της ιστορία.
Η Αργοναυτική Εκστρατεία αποτελεί μύθο αυθεντικό. Ο Ιάσονας και η Μήδεια είναι ήρωες και αντιήρωες, άξιοι του μεγαλύτερου έπους μετά τον Όμηρο. Το ερωτικό πάθος της Μήδειας, που την ωθεί να εγκαταλείψει την πατρίδα της και την οικογένειά της, οδηγώντας την στην αδελφοκτονία, δείχνοντας εμπιστοσύνη στους γαμήλιους όρκους του Ιάσονα.
Η Μήδεια είναι πρόσωπο που καταγράφεται στο έργο Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου (3ος αιώνας π.Χ.). Ο μύθος των Αργοναυτών αναφέρεται στη θυσία του Φρίξου, που αποφεύχθηκε όταν ο νεαρός φυγαδεύτηκε με την αδελφή του την Έλλη με το χρυσόμαλλο κριάρι. Η Έλλη πνίγηκε στον Ελλήσποντο κι ο Φρίξος φιλοξενήθηκε στην Κολχίδα από τον Αιήτη, τον βασιλιά της χώρας, ενώ το κριάρι προσφέρθηκε θυσία στον Δία. Το δέρμα του φυλάχθηκε ως πολύτιμος θησαυρός στην Κολχίδα κι ο σφετεριστής βασιλιάς Πελίας της Ιωλκού ζήτησε από τον Ιάσονα, τον διεκδικητή του θρόνου, να πάει να του το φέρει. Πράγματι, κατασκευάστηκε ένα πλοίο, η Αργώ, και ξεκίνησε η Αργοναυτική Εκστρατεία. Φτάνοντας στην Κολχίδα, ο Ιάσονας πήρε το χρυσόμαλλο δέρμα (δέρας) με τη βοήθεια της Μήδειας, της κόρης του Αιήτη, η οποία ήταν μάγισσα και θεραπεύτρια.
Τον είχε ερωτευτεί και έκανε τα πάντα ώστε αυτός να επιτύχει τον σκοπό του. Η Μήδεια, αφού σκότωσε τον αδελφό της, στην επιστροφή στην Ιωλκό θανάτωσε τον Πελία για να πάρει τον θρόνο ο Ιάσονας, αλλά οι υπέρμετρες φιλοδοξίες της τον έκαναν να τη διώξει για να παντρευτεί τη Γλαύκη, την κόρη του Κρέοντα, βασιλιά της Κορίνθου. Για να τον εκδικηθεί, η Μήδεια θανάτωσε τη Γλαύκη και μετά τα δύο παιδιά της, που είχε αποκτήσει με τον Ιάσονα, μένοντας έτσι ως διαχρονικό σύμβολο της παιδοκτονίας (αργότερα πήγε στην Αθήνα και προσπάθησε να δηλητηριάσει τον Θησέα).
Η μελέτη για την Μήδεια δεν αποσκοπεί να ερμηνεύσει μύθους, αλλά να μας προβληματίσει για το τι μπορεί να υπάρχει πίσω από τους μύθους και ποιες μπορεί να είναι οι κρυμμένες αλήθειες τους. Η Μήδεια ήταν μάγισσα-φαρμακεύτρια-γιάτρισσα, όπως και η Κίρκη, την οποία μνημονεύει ο Όμηρος. Με τα βότανα που ήξερε τις ιδιότητές τους μπορούσε να θεραπεύσει τους ασθενείς, αλλά και να θανατώσει τους εχθρούς της. Επομένως ακόμα και την εποχή των μύθων οι γνώσεις δεν χρησιμοποιούνταν μόνο για καλό, αλλά και για το κακό.
Η Μήδεια με τα βότανά της βοήθησε εκείνους που αγαπούσε ή εκείνους με τους οποίους είχε συμφέρον και αντιθέτως εξόντωσε όσους πήγαν κόντρα στη θέλησή της. Εξαιτίας των δραματικών αισθημάτων που προκάλεσε, η Μήδεια ενέπνευσε ψυχολόγους, ψυχιάτρους, θεατρικούς συγγραφείς, ζωγράφους και συνθέτες, που επιχείρησαν να την προσεγγίσουν ο καθένας από τη σκοπιά του.
Για την Μήδεια έγραψε ο Ευριπίδης, ο Σενέκας. Την ζωγράφισαν ο Ντελακρουά και ο Ντρέιπερ, έγραψαν μουσικά έργα ο Κερουμπίνι και ο Ξενάκης, γύρισαν ταινίες ο Φράνκο Τζεφιρέλι και ο Π. Παζολίνι. Οι περισσότεροι ερευνητές καταλήγουν ότι η παιδοκτονία ίσως δεν έγινε από τη Μήδεια, αλλά από ανθρώπους του Κρέοντα, οπότε άδικα κατηγορήθηκε. Το όνομα Μήδ-εια (Med-ea) συνδέεται με την ιατρική (Med-icina κ.λπ.), πως το Ιάσ-ων σχετίζεται γλωσσικά με την ίασ-η (ήταν μαθητής του Χείρ-ωνα με το θεραπευτικό χέρι). Ακόμα μας θυμίζει πως από την αρχαιότητα οι μαγικές γνώσεις της Μήδειας εντυπωσίαζαν όλες τις κοπέλες και τις γυναίκες που επιθυμούσαν να πραγματώσουν τα όνειρα, τους στόχους και τις φιλοδοξίες τους, κυρίως όσες είχαν σχέση με τον έρωτα και το γήτεμα των ανδρών. Η μελέτη για τη Μήδεια δεν αποσκοπεί στο να ερμηνεύσει μύθους, αλλά να μας προβληματίσει για το τι μπορεί να υπάρχει πίσω από τους μύθους και ποιες μπορεί να είναι οι κρυμμένες αλήθειες τους.
Όπως προκύπτει και από τα ιστορικά στοιχεία η τρομερότερη Θεουργός όλων των εποχών η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της. Αυτό το "έκανε" μόνον η Μήδεια του μύθου, η Μήδεια του τραγικού ποιητή Ευριπίδη σκότωσε και τα δύο της παιδιά. Αν και έκανε πολλά εγκλήματα ως μάγισσα-Θεουργός, έκοψε κομματάκια τον αδελφό της και τον σκόρπισε στη θάλασσα, αργότερα έβαλε τις κόρες του Πελία να σκοτώσουν τον πατέρα τους κλπ. Εν τούτοις δεν σκότωσε τα παιδιά της. Ούτε η Μήδεια του Πίνδαρου σκότωσε τα παιδιά της. Αγάπησε τον Ιάσονα και τον βοήθησε με τα μαγικά της να κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας, όμως δεν δολοφόνησε τα τλεκνα της. Το ίδιο κι η Μήδεια του Απολλώνιου του Ρόδιου. Μετά από εντολή της Αφροδίτης, ο θεός Έρωτας σημάδεψε την καρδιά της κι αγάπησε παράφορα τον Ιάσονα με τον οποίο, μετά από πολλές περιπλανήσεις, κατέληξαν στην Αίγινα και τέλος καλό.
Η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της. Αποτελεί παράδοξο γεγονός για το πως εμπνεύστηκε ο Ευριπίδης περί δολοφονίας των παιδιών από την πριγκίπισσα της Κολχίδας. Φαίνεται έφτασε στ’ αυτιά του η ιστορία του Εύμηλου, ενός Κορίνθιου ποιητή του 8ου αιώνα π. Χ., που φαντάστηκε και αυτός, ακούγοντας διαδόσεις, ότι η Μήδεια, προσπαθώντας να κάνει τα παιδιά της αθάνατα, χρησιμοποίησε μαγικά που δυστυχώς είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα και τα παιδιά πέθαναν. Επομένως το έγκλημα έγινε άθελά της. Την ιστορία αυτή την πήρε ο Παυσανίας και την διέσωσε στα Κορινθιακά του.
Ο δε Παρμενίσκος προτίμησε την αρχική εκδοχή με μια παραλλαγή: η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της, τα οποία τα σκότωσαν Κορίνθιες γυναίκες στο ναό της Ήρας. Για όσους δεν γνωρίζουν τον καιρό που ο Ευριπίδης έγραφε την δική του Μήδεια, δημοφιλής στην Αθήνα ήταν και η εκδοχή του Κρεώφυλου. Εκεί η Μήδεια σκότωσε τον βασιλιά της Κορίνθου και οι Κορίνθιοι για εκδίκηση σκότωσαν τα παιδιά της και διέδωσαν ότι φονιάς ήταν η μάνα τους. Επομένως για τους Αθηναίους, η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της, οι Κορίνθιοι το έκαναν, οι εχθροί των Αθηναίων -βρισκόμαστε στα 431 π. Χ., την χρονιά που ξεσπάει ο Πελοποννησιακός πόλεμος, και η Κόρινθος είναι σύμμαχος της μισητής Σπάρτης, για αυτό και φόρτωσαν το έγκλημα στην Μήδεια.
Βλέποντας λοιπόν οι Αθηναίοι στα Μεγάλα Διονύσια πως οι Κορίνθιοι είναι αθώοι και πως όλα τα έκανε η Μήδεια, είναι λογικό να δυσανασχέτησαν, για αυτό ίσως έδωσαν το πρώτο βραβείο στον Ευφορίονα, τον γιο του Αισχύλου και το δεύτερο στον Σοφοκλή αφήνοντας τον Ευριπίδη τρίτη θέση προσθέτοντας ένα ακόμα λιθαράκι στην αντιδημοτικότητα του Ευριπίδη που ολοκληρώθηκε με το ΄εργο Τρωάδες. Υπάρχει, φυσικά, η περίπτωση να μην άρεσε το έργο, πάντως στην απόφαση των κριτών θα πρέπει να μέτρησε το γεγονός πως για τους Αθηναίους η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της.
Ήταν άραγε πρώτος ο Ευριπίδης που ισχυρίστηκε κάτι τόσο φοβερό, πως δηλαδή η Μήδεια σκότωσε εσκεμμένα τα παιδιά της ; Ούτε αυτό μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. “Άλυτο πρόβλημα” θεωρείται για τους μελετητές. Μια ακόμα θεωρία που λέει πως ο Ευριπίδης δανείστηκε την ιδέα από τον Νεόφρονα, μόνο σύγχυση προκαλεί γιατί κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται πως ο Νεόφρων ήταν μεταγενέστερος του Ευριπίδη. Πάντως, είτε ήταν δική του η αρχική ιδέα είτε όχι, γεγονός είναι πως η Μήδεια του Ευριπίδη σκότωσε τα παιδιά της.
Δεν σκότωσε τα παιδιά της η Μήδεια, επιμένει μια μεγάλη πλειοψηφία αρχαίων σοφών και σύγχρονων ερευνητών. Μόνο τον Κρέοντα δολοφόνησε ως ένοχο που την παράτησε ο Ιάσονας. Κατέφυγε στην Αθήνα αλλά χωρίς τα παιδιά της. Δεν μπορούσε να τα πάρει μαζί της και τα άφησε ικέτες στον βωμό της Ακραίας Ήρας. Εκεί τα βρήκαν οι άνθρωποι του Κρέοντα και τα σκότωσαν. Και επειδή είχαν διαπράξει ιεροσυλία, είπαν ότι τα είχε σκοτώσει η ίδια η μάνα τους. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές η Μήδεια βασίλευε η ίδια στην Κόρινθο και είχε αποκτήσει 14 παιδιά, επτά αγόρια και επτά κορίτσια. Οι κάτοικοι της Κορίνθου όμως δεν ανέχονταν να τους κυβερνά μια αλλοδαπή θεουργός-μάγισσα και αποφάσισαν να σκοτώσουν τα παιδιά της. Αυτά κατέφυγαν ικέτες στο ιερό της Ακραίας Ήρας αλλά δεν γλίτωσαν την σφαγή. Στην πόλη έπεσε θανατικό και οι Κορίνθιοι κατέφυγαν στο μαντείο των Δελφών.
Ο χρησμός ήταν σαφής: Κάθε χρόνο και για όλη την χρονιά, οι κάτοικοι της Κορίνθου έπρεπε να αφιερώνουν στο ιερό της Ήρας εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια. Μαυροντυμένα και κουρεμένα, τα παιδιά έκαναν εξιλαστήριες θυσίες. Αυτές τις τελετές υπονοούσε ο Ευριπίδης βάζοντας τα σχετικά λόγια στο στόμα της Μήδειας. Στα χρόνια του, ο Παυσανίας είδε στην Κόρινθο την Κρήνη της Γλαύκης. Ονομάστηκε έτσι επειδή, κατά την παράδοση, σ’ αυτή ρίχτηκε η Γλαύκη προκειμένου να σωθεί από τα μάγια της Μήδειας. Πάνω από την Κρήνη, ο Παυσανίας είδε το Ωδείο και δίπλα του ένα μνημείο αφιερωμένο στα παιδιά της Μήδειας. Τα είχαν σκοτώσει οι Κορίνθιοι με λιθοβολισμό, επειδή πήγαν στην Γλαύκη τα ολέθρια δώρα της Μήδειας.
Τα παιδιά όμως ήταν αθώα. Οι Κορίνθιοι πλήρωσαν το έγκλημα βλέποντας τα νεογέννητα παιδιά τους να πεθαίνουν. Το μαντείο τους είπε ότι θα γλίτωναν μόνον αν καθιέρωναν ετήσιες θυσίες και έστηναν άγαλμα του Τρόμου. Υπήρχε ακόμα στον καιρό του Παυσανία και παρίστανε γυναίκα με φοβερή όψη. Οι θυσίες και η ετήσια αφιέρωση μαυροφορεμένων και κουρεμένων παιδιών κράτη
Ο Ιάσονας και η Μήδεια έφτασαν στην Κόρινθο τον καιρό που βασίλευε ο Ιππότης, ο γιος του Κρέοντα. Μάλιστα, τον καιρό εκείνο έπεσε στην περιοχή σιτοδεία, από την οποία η Μήδεια γλίτωσε τον τόπο. Ήταν όμορφη και έξυπνη γυναίκα και κέρδισε την εμπιστοσύνη των κατοίκων. Το πρόβλημά της όμως ήταν ότι την είδε ο Δίας και την ερωτεύτηκε. Η Μήδεια κολακεύτηκε αλλά φοβήθηκε την οργή της Ήρας και απέκρουσε τις προτάσεις του αρχηγού των θεών. Η Ήρα της υποσχέθηκε ότι θα κάνει τα παιδιά της αθάνατα αλλά αυτά πέθαναν. Οι Κορίνθιοι τα τίμησαν, επειδή τους είχε σώσει η μάνα τους. Η εκδοχή του Διόδωρου ως ένα σημείο ακολουθεί τον Απολλόδωρο. Ο Ιάσονας και η Μήδεια έζησαν δέκα χρόνια ευτυχισμένοι στην Κόρινθο και απέκτησαν παιδιά τα δίδυμα Θεσσαλό και Αλκιμένη και τον, μικρότερο, Τίσανδρο.
Ο Ιάσονας ερωτεύτηκε την Γλαύκη και θέλησε να την παντρευτεί αγνοώντας τις αντιδράσεις της Μήδειας. Εκείνη αλείφτηκε με ένα μαγικό φίλτρο, μεταμορφώθηκε προσωρινά σε γριά, μπήκε στο παλάτι και έβαλε στο δωμάτιο της Γλαύκης μια μαγική ρίζα που της είχε δώσει η Κίρκη, αδελφή της για την περίσταση. Η ρίζα προκάλεσε πυρκαγιά από την οποία κάηκαν ο Κρέοντας και η Γλαύκη, ενώ ο Ιάσονας μόλις που πρόλαβε να γλιτώσει. Μετά, η Μήδεια σκότωσε τον Αλκιμένη και τον Τίσανδρο, ενώ ο Θεσσαλός γλίτωσε. Έφυγε στην Ιωλκό, όπου έγινε βασιλιάς καθώς ο Άκαστος είχε πεθάνει άτεκνος. Από αυτόν, λένε, οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής ονομάστηκαν Θεσσαλοί. Με όλα αυτά, ο Ιάσονας τρελάθηκε και αυτοκτόνησε. Οι Κορίνθιοι ρώτησαν το μαντείο, τι να κάνουν τα πτώματα των σφαγμένων παιδιών της Μήδειας.
Η απάντηση ήταν να τα θάψουν και να τα τιμούν. Όσο για την Μήδεια, κατέφυγε στην Θήβα να ζητήσει προστασία από τον Ηρακλή. Τον βρήκε σε κατάσταση μανίας. Μόλις είχε σκοτώσει τα δικά του παιδιά. Η Μήδεια τον θεράπευσε αλλά ο Ηρακλής δεν μπορούσε να την φροντίσει καθώς έπρεπε να ξενιτευτεί. Έτσι, η Μήδεια κατέφυγε στην Αθήνα, φιλοξενούμενη του Αιγέα. Ο Ιππότης, ο γιος του Κρέοντα, κατέφθασε στην Αθήνα και ζήτησε από τον Αιγέα να του παραδώσει την φόνισσα. Ο Αιγέας προτίμησε να την παντρευτεί.
ΜΗΔΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΥΡΓΙΑ. Ο βασιλιάς Πελίας ζήτησε από τον Ιάσονα να επιτελέσει έναν άθλο. Αυτός ήταν να του φέρει το χρυσόμαλλο δέρας που βρισκόταν στη χώρα των Κόλχων, κρεμασμένο σε μια βαλανιδιά στο άλσος του Άρη και φρουρούμενο από εναν δράκο. Η κόρη του βασιλέως των Κόλχων η Μήδεια ερωτεύτηκε τον Ιάσονα. Για αυτό τον βοήθησε. Του έδωσε μια αλοιφή που είχε φτιάξει από το προμήθειο, βότανο που είχε φυτρώσει από το αίμα της πληγής του Προμηθέα.
Με αυτό ο Ιάσονας άλειψε το σώμα του και επικάλυψε τα όπλα του και παρέμεινε προστατευμένος για εικοσιτέσσερις ώρες.Τόσο διαρκούσε η δύναμη της αλοιφής. Πριν από αυτό ο Ιάσονας έπρεπε να επικαλεστεί την θεά Εκάτη. Το προμήθειο και η προσευχή τον προφύλαξαν από τις πύρινες ανάσες και τα χάλκινα πόδια των ταύρων. Η μάγισσα Μήδεια αποκάλυψε στον Ιάσονα ότι καθώς θα έσπερνε τα δόντια του δράκου, θα φύτρωναν αμέσως οπλισμένοι πολεμιστές, που θα επεδίωκαν να τον σκοτώσουν, όπως είχε συμβεί και με τον Κάδμο στην Αρεία πηγή. Ο Ιασωνας θα έπρεπε να κάνει ότι και ο Κάδμος, και να ρίξει μια πέτρα ανάμεσα στους πολεμιστές που "έσπειρε", οπότε αυτοί θα αλληλοσκοτώνονταν θεωρώντας ότι κάποιος από τους ίδιους την έριξε Με τις συμβουλές της Μήδειας, ο Ιάσονας κατάφερε να ζέψει τους ταύρους χωρίς να καεί από τις φλόγες τους, και να γλυτώσει από την επιθετική μανία των "Σπαρτών" της Κολχίδας.
Ο Ιάσονας έπρεπε να πάρει το δέρας μόνος του, κάτι που δεν θα κατόρθωνε χωρίς τις ιδιαίτερες ικανότητες της Μήδειας που με τα μάγια της αποκοίμισε τον ακοίμητο δράκο που το φυλούσε. Ο Αιήτης κατεδίωξε το ζευγάρι με πλοίο, όμως η Μήδεια έσφαξε τον αδελφό της ( Άψυρτο), τον κομμάτιασε και πετούσε ένα-ένα τα κομμάτια στη θάλασσα, οπότε ο Αιήτης έχασε πολύ χρόνο για να περισυλλέξει τα κομμάτια του γιου του και οι Αργοναύτες διέφυγαν. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ηρ. Ι2) ο Αιήτης μάζεψε τα κομμάτια του γιου του στον Φάσι ποταμό, τον σημερινό ποταμό Ριόνι, στο έσχατο νοτιοανατολικό άκρο του Εύξεινου Πόντου, που θεωρούνταν όριο ανάμεσα σε Ασία και Ευρώπη. Στις όχθες του ποταμού Άλυ, στην Παφλαγονία, η Μήδεια θυσιάζει στην Εκάτη.
Στην Κρήτη η Μήδεια κατέστρεψε με ξόρκια και με το μαγικό της βλέμμα τον γίγαντα Τάλο, του έστειλε απατηλά οράματα και τον έκανε να σχίσει την φλέβα του αστραγάλου του, κέντρο της ζωής του, πάνω σε βράχο. Κατά μια άλλη εκδοχή του είπε πως αν του τραβήξει έξω το καρφί που συγκρατούσε το αίμα της φλέβας θα γινόταν αθάνατος. Με αυτον τον τρόπο μπόρεσαν οι Αργοναύτες να αποβιβαστούν και να διανυκτερεύσουν με ασφάλεια στο νησί. Επίσης εκείνη είχε κάνει το φίλτρο της νεότητας για τον πεθερό της Αίσωνα. Νύχτα μεσάνυχτα ξεκίνησε περιβεβλημένη απολελυμένην αισθητά και κόμην περικεχυμένην εις τους ώμους. Μας αναφέρει ο Οβίδιος ότι είπε στην νύχτα η μάγισσα Μήδεια: "Νύχτα συ που κρύβεις όλα τα μυστήρια και σεις δαίμονες των δασών και της νύχτας, ελάτε να με βοηθήσετε, έχω ανάγκη από το φίλτρο εκείνο που ξανανιώνει την ζωή των θνητών και διώχνει μακριά τα γηρατειά". Ακόμη ζήτησε την συνδρομή των δαιμόνων η μάγισσα, γιατί και κείνοι είναι "νυκτηπλανή" πλάσματα.
ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΕΤΡΕΜΑΝ ΤΗΝ ΜΗΔΕΙΑ Οι Έλληνες Θεσσαλοί όταν είδαν την Μήδεια. κατάλαβα ότι ηταν τρομερή μάγισσα. Είδαν την δυνατότητα που είχε να κάνει τις γυναίκες να μη γεννούν παιδιά, ότι μπορούσε με τα μαγικά της να θανατώνει ανθρώπους και από μακρινές αποστάσεις, με όπλο τα μάγια της «και γαρ βλέμμα και αναπνοήν αυτής δεχόμενους τήκεσθαι και νοσείν». Φορούσε μαύρα τiς νύχτες για να μαζεύει φαρμακερά βότανα και όταν ξερίζωνε το φοβερότερο βότανο το λεγόμενο προμηθείο τα χώματα εσείονταν.
Την είδαν δει να σφάζει αρνιά για να τους πιει μια στάλα μόνο αιμα. Έκανε τα πάντα να την υπακούσουν, ακόμα και σε κείνα τα τρομερά κοράκια και κείνα τα πειθαρχούσε. Να περάσουμε να δούμε με τι τρόπο πήγαινε τις νύχτες στα Οιταία όρη να μαζεύει μαγικά βότανα.
Εκεί φύτρωνε και ο ελλέβορος που έκανε χρήση ο μυθικός ημίθεος Ηρακλής. Aυτο εiναι το θανατηφόρο βότανο, υγρό που ράντισε η γυναίκα του Ηρακλή τον χιτώνα του Ηρακλή. Αλλά ας δούμε τώρα πως έφτιαξε το μαγικό φίλτρο της νεότητας και ξανάνιωσε τον πεθερό της Αίσωνα. Η Μηδεια δεν άφησε την συνταγή και ούτε ποιους δαίμονες είχε συνεργάτες ξέρουμε. Για αυτό δεν μπορεί καμιά σύγχρονη μάγισσα να τους αναζητήσει, μήπως και λυθεί αυτό το άλυτο ανθρώπινο αίτημα.
Ο πατέρας του Ιάσωνα ο Αίσωνας έμαθε με τι μαγικό τρόπο έκανε τον Ιάσωνα να νικήσει και να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας και σκέφθηκε πονηρά, Αυτή που ξέρει τόσα πολλά σίγουρα θα ξέρει κάποιο μαγικό να τον κάνει πάλι νέο και της το πρότεινε. Η φοβερή μάγισσα που όλα τα γνώριζε, δεν του έφερε αντίρρηση και δεν άργησε να τον κάνει ξανά νέο. Τα στοιχεια μας τα δινει ο Πόπλιος Οβίδιος Νάσων (Publius Ovidius Naso, 20 Μαρτίου 43 π.Χ. – 17) . Ήταν νύχτα πανσέληνος η Μήδεια βγαίνει από το παλάτι της, «παρεβεβλημένη-απολελυμένη εσθήτα, γυμνήν του πόδας, γυμνήν την κόμην περικεχυμένην εις του ώμους» Η μάγισσα χάνεται μέσα στην νύχτα και φθάνει στην όχθη του ποταμού Άναυρου.
Σκύβει τρεις φορές και βρέχει το κεφάλι της με νερό του ποταμού, ύστερα γονατίζει και σηκώνει τα χέρια προς τον ουρανό και παρακαλεί την νύχτα που δένει και λύνει τα μάγια και ακούγεται η φωνή της «νύχτα συ που κρύβεις όλα τα μυστήρια και δίνεις τα δυνατά σου βότανα και σεις δαίμονες των δασών και της νύχτας, ελάτε να με βοηθήσετε, έχω ανάγκη από το φίλτρο εκείνο που ξανανιώνει τη ζωή των θνητών και διώχνει μακριά τα γηρατειά». Μετά πήγε στις «Οιταίες χώρες» και εκεί εννιά ολάκερες μέρες μαζεύει βοτάνια μαγικά από τις όχθες του Αριδανού, του Σπερχειού, του Πηνειού, του Ενιπέα, από λίμνες, από βουνά και κάμπους. Σφάζει ύστερα μαύρο πρόβατο και το αίμα του το βάζει σε χάλκινο δοχείο, ρίχνει μέσα και άλλα μαγικά πολλά, ως και άμμο από ωκεανό, πήρε και σπλάχνα λύκου τ’ ανακάτεψε με τα βοτάνια και έκαμε το μαγικό φίλτρο της νεότητας και μ’ αυτό έγινε νέος ο Αίσωνας, αφού του είχε κόψει πρώτα το λαιμό και ύστερα έχυσε στις αρτηρίες υγρό από το μαγικό φίλτρο και αμέσως ζωντάνεψε ένας νέος και ωραίος Αίσωνας. Όμως ο επιρρεπής στις γυναίκες Αίσωνας, θαμπωμένος από την ομορφιά της μάγισσας Μήδειας, δεν άργησε να της επιτεθεί με άσεμνους τρόπους και ανεπίτρεπτους σκοπούς.
Οι άρρωστες επιθυμiες του θα ειχαν γίνει πράξη αν δεν παρενέβαιναν οι παρευρισκόμενοι. Με αυτον τον τρόπο γλύτωσε από την ντροπή του Αίσωνα, η Μήδεια μια τρομερή μάγισσα μια αλύγιστη ψυχή, ωραιότατη στην μορφή, μελαχρινή με κλειστά φρύδια σμιχτά, μια γυναίκα από εκείνες που μπορούν να κάνουν ότι δε βάζει ανθρώπου νους. Η Μήδεια ασκούσε σεξουαλική μαγεία όπως χιλιάδες άλλες μάγισσες όλων των αιώνων.
ΟΙ ΦΟΝΙΣΣΕΣ ΩΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ.
Διαχρονικά αρκετοί συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με τις γυναίκες που έχουν διαπράξει δολοφονίες. Όμως αυτοί που ξεχωρίζουν είναι ο αρχαίος τραγικός ποιητής Ευριπίδης και ο σημαντικός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, γνωστός και ως ο άγιος των Ελληνικών γραμμάτων. Στο σημείο αυτό να περάσουμε να δούμε τι αναφέρεται σχετικά με τις δύο πιο διάσημες φόνισσες, από την οπτική γωνία μιας άλλης γυναίκας :
"Η Χαδούλα η Φραγκογιαννού, η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στο τέλος της ομώνυμης νουβέλας δεν ανυψώνεται στους ουρανούς 'οπως η Μεγάλη Μήδεια. Βυθίζεται, πεθαίνει από πνιγμό προσπαθώντας να περάσει από ένα θαλάσσιο στενό. Στην μια όχθη του βρίσκεται το μοναστήρι, όπου επιδιώκει να φτάσει για να ζητήσει συχώρεση για τα κρίματά της. Από την άλλη όχθη, την καταδιώκουν οι χωροφύλακες , για να λογοδοτήσει στην δικαιοσύνη: Η εξηντάχρονη Χαδούλα, κόρη της μάγισσας Δελχαρώς, μάγισσα και η ίδια, έχει δολοφονήσει πέντε μικρά κοριτσάκια στο μικρό χωριό της. Ένα από αυτά, ήταν και το άρρωστο εγγονάκι της, που φέρει τό όνομά της. Η Χαδούλα χάνεται ακριβώς στο μεταίχμιο της θεϊκής και της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Σε μια πρώτη απόπειρα σύγκρισης των δυο γυναικών, αναφέρει πως η ουσιώδης διαφορά τους έγκειται στο ότι η αποτρόπαιη πράξη της Μήδειας είναι απότοκο του εγωισμού της, ουσιαστικά του ερωτικού της φθόνου για τον καινούριο γάμο του Ιάσονα, για χάρη του οποίου αποκόπηκε ολότελα και οριστικά με την γενέθλια γη της, και έφυγε μαζί του έχοντας δολοφονήσει τον αδελφό της και προδώσει την πατρίδα της. Αντίθετα οι δολοφονίες που διαπράττει η Φραγκογιαννού έχουν πρωτίστως ιδεολογικό υπόβαθρο. Ουσιαστικά είναι προϊόν της έκρηξης απελπισίας μιας γυναίκας που έζησε ολόκληρη τη ζωή της υπό το κράτος μιας άθλιας καταπίεσης, που ο γάμος της ήταν μια εμπορική συναλλαγή με άθλιο αντίκρισμα, που έφερε και αυτή στον κόσμο κορίτσια, που με τη σειρά τους κι αυτά ακολούθησαν τη φριχτή της μοίρα, την ίδια μοίρα που κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα κορίτσια μέλλεται να ακολουθήσουν στον αιώνα τον άπαντα.
Η Χαδούλα, μ’ αυτή την οπτική, σώζει τα κοριτσάκια από τον αβίωτο βίο που είναι προκαθορισμένο να ζήσουν. Επιχειρεί απεγνωσμένα να σπάσει μια διαδοχή δυστυχισμένων υπάρξεων. Θα ήταν όμως πολύ βιαστικό να αρκεστούμε στη θεώρηση των δύο γυναικών ως απλών συμβολισμών – προσωποποιήσεων του ερωτικού πάθους και της γυναικείας σκλαβιάς, που, στο «ψήλωμα του νου τους», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παπαδιαμάντη, σπέρνουν τον όλεθρο.
Η Μήδεια δεν είναι απλά το δράμα μιας ζηλόφθονης γυναίκας, που δολοφονεί ακρίτως ό,τι αγαπά ο άπιστος σύζυγος, ευνουχίζοντάς τον τελετουργικά. Είναι κάτι πολύ περισσότερο: Είναι η σύγκρουση δυο κόσμων από τους οποίους ο ένας, ο κόσμος της Μήδειας είναι υπερφυσικός, είναι πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα. Κάθε τραγωδία είναι μια υπερβατική σύγκρουση, μια κοσμική έκρηξη που συντελείται με υλικά ανθρώπινα, αλλά και υλικά υπεράνθρωπα, θεϊκά. Το θεϊκό, υπεράνθρωπο, αρχέγονο, μεταφυσικό στοιχείο, είναι πάντα ο νικητής της σύγκρουσης. Το ανθρώπινο στοιχείο, ο συνήθης ηττημένος, για να γίνει υλικό της τραγωδίας, πρέπει να χαρακτηρίζεται από ελευθερία. Τί σχέση τώρα μπορεί να έχει ο Παπαδιαμάντης με την τραγωδία; Είναι η Χαδούλα η Φραγκογιαννού μια τραγική ηρωίδα;
Ο Παπαδιαμάντης γράφει τη «Φόνισσα», όταν ήδη έχει γνωρίσει την άνθησή του το ηθογραφικό διήγημα. Η ελληνική μυθοπλαστική πεζογραφία έχει αρχίσει να παίρνει το δρόμο της, με την ηθογραφία να αποκτά τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο ίδιος βρίσκεται στην Αθήνα, και προσπαθεί να εξασφαλίσει τα προς το ζην δημοσιεύοντας διηγήματα και μεταφράσεις στα διάφορα έντυπα του καιρού του. Μέσα στην έκρηξη της ηθογραφίας, που οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη νοσταλγία των νεόκοπων αστών της διογκούμενης Αθήνας για τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου. Ο λαϊκός πολιτισμός αρχίζει να ξεθωριάζει – την ίδια στιγμή αρχίζει να διαφαίνεται η ανάγκη για μια στροφή προς τη φύση και την καθημερινή ζωή των απλών, ανθρώπων της επαρχίας. Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη, ο κόσμος της «Φόνισσας» δεν είναι απλά μια περιγραφή της ζωής σε ένα χωριό. Ο συγγραφέας μιλά για έναν τόπο τον οποίο έχει ζήσει εις βάθος, και τον έχει πληγώσει εις βάθος, όχι για ένα ειδυλλιακό τοπίο, που επισκέφθηκε ως περιηγητής. Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη είναι σκοτεινός και μυστηριώδης. Έχει αύρα της θάλασσας και γιασεμιά, αλλά έχει και αίμα, και πόνο, και πάθη, φαντάσματα και σκοτεινές δυνάμεις.
Η φύση είναι μια δύναμη ζωντανή, όσο και ζωώδης, και οι άνθρωποι που ζουν μέσα σ’ αυτήν πορεύονται μέσα της σαν να περπατούν στο σκοτάδι.. Το δάσος και η θάλασσα στη «Φόνισσα» δεν μπορούν να ιδωθούν με τη δική μας οπτική της εκδρομής και της αναψυχής. Στα δάση και στους λόγγους που περιπλανιέται η Χαδούλα υπάρχουν στοιχειά, υπάρχουν μαγικά βότανα, που μπορούν να χαρίσουν τη γονιμότητα αλλά και τη στειρότητα. Η θάλασσα, μέσα στην οποία χάνεται η ηρωίδα, είναι κι αυτή άγρια και σκοτεινή, κι έχει πάρει στην ξενιτειά (ή στη φυλακή) όλα τ’ αρσενικά παιδιά της. Στο λαϊκό πολιτισμό η φύση είναι άλογη.
Είναι ένας κόσμος των αισθήσεων. Ένα σύμπαν υπέροχο, αλλά και γεμάτο αόρατους κινδύνους, κι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα πέρα από το να φοβάται και να καρτερεί. Από αυτή τη σκοπιά, ο κόσμος της Χαδούλας έχει κάτι από τον αρχέγονο κόσμο της Μήδειας. Όχι τον ελληνικό κόσμο της Κορίνθου, αλλά τον άγνωστο βάρβαρο κόσμο της Μαύρης Θάλασσας. Η ελληνική επαρχία στα τέλη του 19ου αιώνα δεν διαφοροποιείται σχεδόν καθόλου από τις αντίστοιχες αγροτικές περιοχές ολόκληρου του προβιομηχανικού κόσμου.
Η Μήδεια και η Φόνισσα αποτελούν στοιχεία ενός άλογου κόσμου. Και παίζουν κι οι δυο με το μεταφυσικό, εξασκώντας η κάθε μια τη δική της μαγεία. Συγκρούονται με τον κοινωνικό τους περίγυρο, αλλά και με το άγνωστο, το άλογο, επιχειρώντας να παρέμβουν στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, να διεισδύσουν σε πεδία δυνάμεων που και οι ίδιες δεν μπορούν να ελέγξουν. Κάποια στιγμή, καταλήγουν νά ‘ναι και οι δυο αποδιοπομπαίες, πριν καν διαπράξουν τα φριχτά τους εγκλήματα. Η Μήδεια δεν ανήκει στην Κόρινθο, αλλά ούτε και στην Κολχίδα. Δεν ανήκει στο μέλλον, αλλά ούτε στο παρελθόν. Και είναι τραγική, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Είναι σ’ ένα ναρκοπέδιο – παντού υπάρχουν νάρκες, το ξέρει, κι όμως είναι υποχρεωμένη να κάνει το πρώτο βήμα. Και στο ναρκοπέδιο μπήκε μόνη της – δεν ήταν απλά ένα θύμα της μοίρας. Το ερωτικό της πάθος ήταν απλά η αφορμή, που την μετέτρεψε σε βόμβα διασποράς, που με την έκρηξή της ήταν προγραμματισμένη να κατακρεουργήσει τα πάντα. Το ίδιο κι η Χαδούλα θέλησε να επιβάλλει στον μικρόκοσμο της κοινωνίας της μια νέα τάξη πραγμάτων, ενάντια σε ό,τι οικονομεί η παντοδύναμη φύση, ένα άγνωστο σ’ αυτήν σύμπαν το οποίο παλεύει να πολεμήσει – ωστόσο όχι χρησιμοποιώντας τα δικά του μέσα. Δεν σας φαίνεται περίεργο το ότι καμμιά από τις δύο ηρωίδες δεν χρησιμοποιεί τη μαγική της δύναμη για να προβεί στο ανοσιότερο των εγκλημάτων.
Η Μήδεια δεν σκοτώνει τα παιδιά της με μάγια, πράγμα που δεν δίστασε να κάνει με τη Γλαύκη και τον Κρέοντα, αλλά με τα ίδια της τα χέρια, με φρικιαστικό τρόπο. Η Φόνισσα δεν χρησιμοποιεί κάποιο βότανο ή μαντζούνι για να σκοτώσει τα κοριτσάκια – όπως η Καντάκαινα στο «Χριστόψωμο», ξεπάστρεψε αθέλητα το γιο της άνευ αποδείξεων, με δηλητήριο, τα σκοτώνει με τα ίδια της τα χέρια, μ’ έναν τρόπο συμβατικό, σωματικό, που δεν ταιριάζει στη «μαγική» της υπόσταση. Μετά το φόνο των παιδιών αρχίζει εκείνο το ξέφρενο κυνηγητό, εκείνη η ξέφρενη φυγή, μια βαθιά βουτιά ακόμη στο άγριο και εξώκοσμο, μια καταφυγή των δύο γυναικών στην πραγματική τους φύση.
Η Μήδεια προελαύνει στο άρμα της, η Χαδούλα ξεχύνεται στο ύπαιθρο κυνηγημένη, γυρνάει πίσω στις πηγές που πίνουν νερό οι Δρυάδες, στις κρυψώνες που κατέφευγε η μάνα της όταν την κυνηγούσαν σαν μάγισσα, στα απόκρημνα βράχια, έναν κόσμο ατέλειωτα εχθρικό, που ωστόσο είναι κατά βάθος ο δικός της κόσμος. Μια Εδέμ φοβερή και σαρκοφάγο, που την γέννησε, κι εκεί επιστρέφει, σαν και τη Μήδεια. Η ξέφρενη αυτή πορεία της Φραγκογιαννούς μας θυμίζει την ορμή με την οποία η Αγαύη και οι συντρόφισσές της στις «Βάκχες» του Ευριπίδη ξεχύνονται στα βουνά, πλημμυρισμένες από ένθεη μανία.
Οι «Βάκχες» τελειώνουν κι αυτές με μια φρικτή παιδοκτονία, όπως άλλωστε και ο «Ηρακλής Μαινόμενος» του Ευριπίδη, όπου ο αγαπημένος ήρωας των Ελλήνων δολοφονεί τα παιδιά του. Αυτές οι δύο παιδοκτονίες όμως έχουν γίνει υπό το κράτος ένθεης μανίας, μιας έκστασης που έρχεται κι αυτή από τον άγνωστο, μυστηριώδη κόσμο του υπερφυσικού, αλλά συνεπαίρνει ολόκληρη την υπόσταση του ήρωα, αίρει, ουσιαστικά, τη δική του βούληση, τον «καταλογισμό» του, όπως θα λέγαμε στο Ποινικό Δίκαιο. Κι αν το παιχνίδι των θεών σ’ αυτές τις τελευταίες περιπτώσεις είναι διακριτό και οφθαλμοφανές, η Μήδεια και η Φραγκογιαννού όταν σκοτώνουν έχουν πλήρη συναίσθηση της πράξεώς τους. Μπορεί ο νους της Χαδούλας να «ψηλώνει», όταν έρχεται η στιγμή να κάνει τους φοβερούς φόνους, μπορεί η Μήδεια να σπαράζει πριν σηκώσει το μαχαίρι πάνω στα παιδιά της, ωστόσο, όταν κάνουν την ανόσια πράξη, η βούλησή τους είναι εκεί, καθαρή, εκατό τοις εκατό. Αυτό που κάνουν το κάνουν με όλη τους την ψυχή.
Έχουν πλήρη συναίσθηση των ολέθριων συνεπειών. Όμως προχωρούν. Όχι γιατί αυτή είναι η μοίρα τους. Προχωρούν κόντρα στη μοίρα. Πιστεύουν ότι μπορούν να τη νικήσουν. Στη στιγμή της απόλυτης ελευθερίας τους, που είναι η ελευθερία να σκοτώνεις, καταστρέφονται. «Τα παιδιά κι αν σφάξεις, υπήρξαν φύτρα αγαπημένη», λέει κάπου η Μήδεια. Η Μήδεια λατρεύει τα παιδιά της. Η Μήδεια μπόρεσε να εξασφαλίσει από τον Αιγέα άσυλο μόνο για τον εαυτό της. Τί θ’ απογίνουν τα παιδιά της; Επρόκειτο κι αυτά να εξοριστούν, μαζί της. Δεν μπορεί να επιτρέψει σε κανέναν να λοιδορήσει, να βλάψει τα αγαπημένα της παιδιά. Γι’ αυτό προτιμά να τα σκοτώσει με τα ίδια της τα χέρια. Αυτή έδωσε τη ζωή, αυτή την παίρνει.
Η ηρωίδα του Παπαδιαμάντη δεν μισεί τα μικρά κοριτσάκια. Μισεί τη ζωή που έζησε. Και δεν θέλει να δει αυτή τη μισητή ζωή να επαναλαμβάνεται σε καινούριες Χαδούλες, και να πολλαπλασιάζεται όταν αυτές θα γεννήσουν ακόμη περισσότερες δυστυχισμένες γυναικείες υπάρξεις. Η δυστυχία πρέπει να σταματήσει. Η Μήδεια και η Χαδούλα επιλέγουν γι’ αυτό την καταστροφή. Από τις χιλιάδες καταπιεσμένες γυναίκες του καιρού της μονάχα η Χαδούλα επιλέγει να διασαλεύσει την αιώνια και αναλλοίωτη αυτή τάξη πραγμάτων. Είναι αναπόδραστο να χάσει τη μάχη. Γιατί ακόμη κι αυτός ο ο άγριος κόσμος με τα στοιχειά και τις νεράιδες έχει τη δική του νομοτέλεια.
Η «Μήδεια» του Ευριπίδη ολοκληρώνεται με μια ιδιότυπη ανάληψη της ηρωίδας στους ουρανούς. Η «βάρβαρη» σύζυγος του Ιάσονα, η μάγισσα από την Κολχίδα, εγκαταλείπει για πάντα την Κόρινθο, πάνω σ’ ένα εξώκοσμο άρμα, δώρο του πατέρα της, του Ήλιου. Τί αφήνει πίσω της; Τα παιδιά της, φριχτά δολοφονημένα από το ίδιο της το χέρι. Τον σύζυγό της, που την εγκατάλειψε για τα μάτια της όμορφης Γλαύκης έωλο, ολοκληρωτικά κατεστραμμένο. Την ίδια τη νύφη και τον πατέρα της, τον Κρέοντα, φριχτά θανατωμένους από τα μαγεμένα της δώρα. Η Μήδεια φεύγει για το άγνωστο, έχοντας εξασφαλίσει άσυλο από το βασιλιά Αιγέα, δίνοντάς του γι’ αντάλλαγμα αυτό που στέρησε από τον ίδιο της τον εαυτό. Τη γονιμότητα."
0 comments: