Μυτιλήνη (Mytilenepress) :Οι εκλογές της απόλυτης δικτατορίας (ΜΕΡΟΣ Γ). Γράφει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης

 

«Το να πάψει κανένας να είναι άνθρωπος, σαν συνείδηση, είναι τρομακτικό, ακόμα κι όταν μια ολόκληρη κοινωνία έχει καθιερώσει απάνθρωπους κανόνες συμπεριφοράς. […]

Όσο περισσότερο ανθρώπινη είναι μια κοινωνία, τόσο πιο σπάνια βρίσκεται το άτομο στην ανάγκη να διαλέξει ανάμεσα στην αποξένωση απ’ την κοινωνία ή στην αποξένωση απ’ την ανθρωπιά του. Όσο μεγαλύτερη η σύγκρουση ανάμεσα στις κοινωνικές επιδιώξεις και στις ανθρώπινες επιδιώξεις, τόσο περισσότερο υποφέρει το άτομο παραδέρνοντας ανάμεσα σε δυο επικίνδυνους πόλους αποξένωσης. Όσο περισσότερο ένα άτομο –χάρη στη διανοητική και πνευματική του ανάπτυξη– αισθάνεται δεμένο κι αλληλέγγυο με την ανθρωπότητα, τόσο περισσότερο βρίσκει τη δύναμη να υπομείνει την κοινωνική του αποξένωση – και τ’ αντίστροφο. Η ικανότητα να ενεργεί κανένας σύμφωνα με τη συνείδησή του εξαρτάται απ’ το κατά πόσο έχει ξεπεράσει τα όρια της κοινωνίας του κι έχει γίνει πολίτης του κόσμου» (Φρομ, ό.π., σελ. 161).

Έχοντας εισέλθει από το 2020 στην εποχή μιας διαρκώς μεταλλασσόμενης «έξυπνης δικτατορίας» (από υγειονομική ετοιμάζεται να γίνει κλιματική και τούμπαλιν) που στραγγαλίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες του πολίτη και θίγει βάναυσα την αξία του ως ανθρώπου, η λύση της αποχής από το κόλπο της κάλπικης κάλπης είναι μονόδρομος για όσους θέλουν και μπορούν να μείνουν κυρίαρχοι του εαυτού τους, υπερασπιζόμενοι την ανθρώπινη υπόσταση που υπάρχει μέσα τους και εκφράζεται από την συνείδηση και την λογική τους.

«Απέχω, άρα υπάρχω!» είναι το σύνθημα που αντιπροσωπεύει την στάση των αρνητών των εκλογών.

Ως εκ τούτου, η αποχή από το κόλπο της κάλπικης κάλπης θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια πράξη ειρηνικής εξέγερσης του ανθρώπου, ο οποίος, με τα λόγια του Αλμπέρ Καμύ από το βιβλίο του «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (δημοσιευθέν στο πρωτότυπο το 1951· μτφ.: Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ / Μαρία Κατσαμπάλογλου-Ρόμπλιν, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2020, 17η έκδ., σελ. 400), όταν εξεγείρεται, δηλώνει την «άρνησή του να τον χειρίζονται σαν πράγμα και να τον υποβιβάζουν σε απλή ιστορία».

Η εξέγερση «[ε]ίναι η επιβεβαίωση μιας φύσης κοινής σε όλους τους ανθρώπους, που ξεφεύγει από τον κόσμο των ισχυρών. Η ιστορία, βέβαια, είναι ένα από τα όρια του ανθρώπου· από αυτή την άποψη ο επαναστάτης έχει δίκιο. Αλλά ο άνθρωπος με την εξέγερσή του βάζει, με τη σειρά του, ένα όριο στην ιστορία. Σε αυτό το όριο γεννιέται η υπόσχεση μιας αξίας. Και τη γέννηση αυτής της αξίας πολεμά σήμερα ανελέητα η καισαρική επανάσταση, γιατί απεικονίζει την πραγματική της ήττα και την υποχρέωσή της να αρνηθεί τις αρχές της. […] Η επανάσταση που θριαμβεύει πρέπει να αποδείξει, με τις αστυνομίες της, τις δίκες της και τους αφορισμούς της, ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση. Η ταπεινωμένη εξέγερση, με τις αντιφάσεις και τα δεινά της, τις συνεχείς ήττες και την αδάμαστη περηφάνια της, πρέπει να δώσει το περιεχόμενο του πόνου και της ελπίδας που ανήκει σ’ αυτή τη φύση».

Σημειωτέον ότι, ήδη πριν από περίπου 70 χρόνια, ο Καμύ στο προμνημονευθέν βιβλίο του (σελ. 397), διεπίστωνε ότι «η σημερινή Ευρώπη, γη του ανθρωπισμού, κατάντησε γη απάνθρωπη». Φανταστείτε, αν ζούσε σήμερα, τι μπορεί να έλεγε για την διαρκώς μεταλλασσόμενη «έξυπνη δικτατορία» της Νέας Τάξης Πραγμάτων!

Ο Γάλλος συγγραφέας είχε κάνει και μια άλλη διαπίστωση, η οποία είναι εξίσου επίκαιρη:

«Ο φασισμός», τόνιζε, «θέλει να εγκαθιδρύσει την έλευση του νιτσεϊκού υπερανθρώπου. Ανακαλύπτει αμέσως ότι ο Θεός, αν υπάρχει, είναι ίσως αυτό ή εκείνο, αλλά πρώτα απ’ όλα είναι ο άρχοντας του θανάτου. Αν ο άνθρωπος επιδιώκει να γίνει Θεός, παίρνει με το έτσι θέλω το δικαίωμα ζωής ή θανάτου των άλλων. Κατασκευάζοντας πτώματα και υπανθρώπους, γίνεται ο ίδιος υπάνθρωπος κι όχι Θεός, καταντά ελεεινός υπηρέτης του θανάτου».

VI. Δύο τρόποι για να αποκτήσει η αποχή επιδημική-αποδομητική δυναμική

Οι παραπάνω σκέψεις μάς βοηθούν να καταλάβουμε γιατί τα γρανάζια της «έξυπνης δικτατορίας» κάνουν το παν για να κρατούν τους λαούς υπνωτισμένους και διανοητικά υπανάπτυκτους, ταΐζοντάς τους καθημερινά με την σκυλοτροφή των αμέτρητων σκουπιδοεκπομπών που κατακλύζουν τις τηλεοπτικές οθόνες, «εμβολιάζοντάς» τους ταυτοχρόνως με την προπαγάνδα του ανάποδου και ψεύτικου κόσμου που υλοποιείται ποικιλοτρόπως μέσω των κατασκευασμένων ειδήσεων αλλά και των υποσυνείδητων μηνυμάτων τα οποία περιέχονται σε διαφημίσεις, ντοκιμαντέρ, ταινίες, σίριαλ, τηλεπαιχνίδια και τραγούδια.

Συνεπώς, για να μπορεί να αναπτύξει η ιδέα της αποχής την επιδημική-αποδομητική δυναμική της, θα πρέπει απαραιτήτως να συμβούν τουλάχιστον δύο πράγματα: Πρώτον, να αποσυνδέσουμε την πρέζα από την πρίζα, δηλ. να κλείσουμε τις τηλεοράσεις (βλ. ακολούθως υπό Α.) και δεύτερον οι αφυπνισμένοι πολίτες να συμβάλουν στην αφύπνιση των τηλεδιασωληνωμένων (βλ. κατωτέρω υπό Β.).

Α. Αποσυνδέουμε την πρέζα από την πρίζα!

Τα τηλεδιασωληνωμένα μέλη της «συμπαγούς πλειοψηφίας» θα πρέπει να πετάξουν τα σωληνάκια τους, δηλαδή να κλείσουν τις τηλεοράσεις, αποκόπτοντας έτσι τον δίαυλο της επικοινωνίας του τρομο-κράτους με το μυαλό τους, υιοθετώντας την λογική που υποκρύπτεται στην απαγόρευση δημοσίευσης των προκηρύξεων των τρομοκρατικών οργανώσεων.

Εφόσον, βεβαίως, η τηλεόραση επιδρά στο νοητικό του ανθρώπου σαν οιονεί ναρκωτικό –δεν θα ήταν, νομίζω, καθόλου υπερβολικό να χαρακτηρίσουμε την τηλεόραση ως την «πρέζα με την πρίζα»–, απαιτείται η πειθαρχημένη εφαρμογή ενός αντίστοιχου προγράμματος οξείας αποτοξίνωσης, το οποίο θα πρέπει να στηρίζεται στην αντικατάσταση της εθιστικής τηλε-σκυλοτροφής από μια άλλη διανοητική τροφή που θα έχει ισοδύναμη εθιστική δράση. Αυτή θα μπορούσε να αναζητηθεί στο πεδίο της μελέτης ολοένα και περισσότερων ποιοτικών-αφυπνιστικών βιβλίων. Ότι και η ανάγνωση βιβλίων έχει την δυναμική να καταστεί εθισμός προκύπτει από το γεγονός ότι τον άνθρωπο που θέλει να διαβάζει βιβλία ασταμάτητα, τον αποκαλούμε βιβλιοφάγο! Ωφέλιμα συνθήματα θα ήταν τα εξής:

«Βγάζουμε την πρέζα από την πρίζα!»

«Σπάμε τις τηλεοράσεις και πάμε στα ποιοτικά βιβλία!».

Βγαίνουμε από τα σπίτια μας και τρέχουμε όχι μόνο στα βιβλιοπωλεία αλλά και στις βιβλιοθήκες ή στα παλαιοπωλεία, για να βρούμε και να μελετήσουμε σπουδαία κείμενα γραμμένα από χαρισματικούς ανθρώπους, οι οποίοι διέθεταν πνευματική τηλεόραση και έβλεπαν πολύ μπροστά από την εποχή τους

2 Εύστοχα η τηλεόραση έχει παραλληλισθεί με το δηλητηριασμένο μήλο της Χιονάτης και αποτελεί το κορυφαίο μέσο προπαγάνδας και διαμόρφωσης των προτύπων που έχει σχεδιάσει η Νέα Τάξη Πραγμάτων. Όπως έγραφε πριν από πολλά χρόνια ένας μάλλον άγνωστος στο ευρύ κοινό συγγραφέας, ο Kenneth Klein (Ο Ψευτοπροφήτης. Ο υποχθόνιος αρχιτέκτονας της Νέας Τάξης των Πραγμάτων, εκδ. Στερέωμα, μτφ.: Χαρ. Μπίμπη, χ.χ., σελ. 181-182):

«το πνεύμα του Αντιχρίστου κυριαρχεί στα τηλεοπτικά δίκτυα σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Είναι ένα από τα τρία όργανα του Ψευδοπροφήτη για την οργάνωση της Παγκόσμιας Αυτοκρατορίας. Η τηλεόραση είναι ξεκάθαρα ένα εργαλείο στα χέρια των Σχεδιαστών της Νέας Τάξης για την πνευματική επεξεργασία της ανθρωπότητας, ώστε να υποδεχθεί τον επερχόμενο Αντίχριστο».

Αλλά και ο μακαριστός Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης μάς προέτρεπε να κλείσουμε τις τηλεοράσεις, παρομοίαζε δε τα τηλεοπτικά κανάλια με δηλητηριώδεις βόθρους. Μιλούσε για αυτοδηλητηρίαση των πολιτών, οι οποίοι κάθε φορά που ανοίγουν την τηλεόραση είναι σαν να αγγίζουν «ηλεκτροφόρα σύρματα που καίουν και πυρπολούν την ψυχή τους».

Διακόσια χρόνια πριν από τον Καντιώτη ήταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός εκείνος που προανήγγειλε ότι «ένα κουτί που θα κυβερνά όχι ο Θεός αλλά ο διάβολος θα τρελάνη τον κόσμο».

Για να αντιληφθούμε την εμβέλεια της πνευματικής τηλεόρασης του Κοσμά του Αιτωλού αξίζει να ανακαλέσουμε στο μυαλό μας ποιοι και πόσοι φρενοβλαβοποιητές έκαναν πασαρέλα στα κανάλια με τα δημοσιογραφικά αλάνια για να μας πείσουν ότι πρέπει να καθόμαστε σούζα μπροστά στους ειδικούς.

Μέσω της τηλεόρασης εξαπλώθηκε η δικτατορία των λοιμωξιολόγων, η οποία πήγε πακέτο με την δικτατορία των συνταγματολόγων.

Είναι δε εντυπωσιακό ότι με κέρατα απεικονίζεται ο άρχων του Ψεύδους και μέγιστος απατεώνας, δηλαδή ο κοσμοκράτορας διάβολος. Ότι η οθόνη πρέπει να είναι δικό του εργαλείο θα μπορούσε να προκύπτει από το γεγονός ότι οι πρώτες τηλεοράσεις είχαν δύο κεραίες. Τι κεραίες, τι κέρατα! Στην πορεία, βεβαίως, ο διάβολος βελτιώθηκε μαζί με την τεχνολογία: έβγαλε τα κέρατα και φόρεσε ψηφιακό προσωπείο.

Πάντως, θα ήταν ίσως ορθότερο αν δεν περιοριζόμασταν στην δαιμονοποίηση της τηλεόρασης, αλλά την επεκτείναμε εν γένει στην οθόνη, την οποία έχουμε φθάσει σήμερα σε σημείο να την βλέπουμε παντού: Πέρα από την οθόνη της τηλεόρασης του σπιτιού μας αλλά και της οθόνης του κινητού, που την έχουμε σχεδόν πάντοτε πάνω μας ή δίπλα μας σε θέση άμεσης πρόσβασης και την κοιτάμε κάθε τρεις και λίγο, οθόνη είμαστε αναγκασμένοι να βλέπουμε στα εστιατόρια, στα ιατρεία, στις εθνικές οδούς και τους μεγάλους δρόμους, στις στάσεις των λεωφορείων και στα αεροδρόμια, αλλά και μέσα στο αυτοκίνητό μας.

Όποιος θα ήθελε να φτιάξει ένα περιπαικτικό σύνθημα για να σημάνει έναν εκκωφαντικό συναγερμό, θα μπορούσε να βάλει στην σειρά πέντε λέξεις:

«Μια οθόνη για κάθε κοθώνι»!

Αντιστοίχως, θα μπορούσε να ονομάσει αυτήν την σύγχρονη μάστιγα ως οθονοπληξία, και με ένα κάπα μπροστά εντός παρενθέσεων: κοθωνοπληξία.

Η μεγάλη παγίδα που κρύβεται στην μάστιγα της οθονοπληξίας είναι η ψευδαίσθηση που μας δημιουργείται ότι αυτό που βλέπουμε με τα μάτια μας να συμβαίνει στην οθόνη είναι και η πραγματικότητα. Κι όταν όλες οι οθόνες δείχνουν συντονισμένα από το πρωί μέχρι το βράδυ τις ίδιες και τις ίδιες εικόνες, τότε το εικονικό εγγράφεται ανεξίτηλα στο υποσυνείδητο του εγκεφάλου μας ως πραγματικό κι όποιος τολμήσει να το αμφισβητήσει λοιδορείται ως ψεκασμένος ή συνωμοσιολόγος, αλλά και ως «εχθρός του λαού» κατά το θεατρικό έργο του Ερρίκου Ίψεν.

 

 

Β. Aφυπνίζουμε τους τηλεδιασωληνωμένους!

Δεύτερον, οι συνειδητοποιημένοι πολίτες που έχουν επίγνωση του κόλπου της κάλπικης κάλπης και εν γένει του τρόπου λειτουργίας της «έξυπνης δικτατορίας» οφείλουν να συνδράμουν τα μέχρι πρότινος τηλεδιασωληνωμένα μέλη της «συμπαγούς πλειοψηφίας» να αναγνωρίζουν τις κρυφές δυνάμεις που δρουν πισώπλατα, ώστε να είναι σε θέση να εγκαταλείψουν τις αυταπάτες τους. Μόνο έτσι θα μπορέσουν από υπνοβάτες και ανελεύθερα, εξαρτημένα και παθητικά πρόσωπα να μεταβληθούν σε αφυπνισμένους, παρόντες, δραστήριους και ανεξάρτητους πολίτες (βλ. και Φρομ, ό.π., σελ. 139).

Ιδιαιτέρως χρήσιμη εν προκειμένω είναι η τοποθέτηση ενός ακτιβιστή, πρώην υπηρέτη του συστήματος, ο οποίος με βιβλία και συνεντεύξεις του προσπαθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 να αφυπνίσει τον κόσμο. Πρόκειται για τον David Icke, ο οποίος στο προαναφερθέν βιβλίο του «Επαναστάτες της συνείδησης» (ό.π., σελ. 307 επ.) γράφει τα εξής:

«Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρώπινη φυλή είναι ότι οι πολιτικοί έχουν δύναμη. Κάθε άλλο παρά αληθινό είναι αυτό. […] Η μοναδική τους δύναμη έγκειται στο να μας πείθουν ότι τη διαθέτουν».

Η αληθινή δύναμη «βρίσκεται σε μας, στο πλήθος του λαού και όχι στις κυβερνήσεις, τους στρατούς, τις βιομηχανικές συσπειρώσεις ή την Αδελφότητα. Απλώς, φαίνεται σαν να έχουν δύναμη εξαιτίας της απάθειας και της κατήχησης των ρομπότ.

Όταν όμως ξυπνήσουν αρκετά ρομπότ και επαναστατήσουν, θα καταλάβουμε πόσο μεγάλη και ευφυής απάτη είναι στην πραγματικότητα αυτή η επιχείρηση της “δύναμης”.

Λυπάμαι τους πολιτικούς. Από πολλές απόψεις αποτελούν τα μεγαλύτερα θύματα, τα πιο προγραμματισμένα ρομπότ. Δεν τολμούν να αλλάξουν τίποτα που δεν είναι αποδεκτό από το Σύστημα. Η οικονομική παραφροσύνη που αυτοί βοήθησαν να εξαπλωθεί στον κόσμο, έχει φυλακίσει τους ίδιους και τους διαδόχους τους.

Δεν είναι περισσότερο ελεύθεροι να δράσουν σε θεμελιώδη θέματα από έναν βαρυποινίτη στις φυλακές του Datmoor ή του San Quentin. Κατά την εκλογική περίοδο είναι αναγκασμένοι να λένε στον κόσμο αυτά που πιστεύουν ότι θέλουν αρκετοί να ακούσουν.

Αν δεν το κάνουν, δεν εκλέγονται. Και τι είναι αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να ακούσουν από τους πολιτικούς τους; Ό,τι έχουν κατηχηθεί από το ίδιο το σύστημα να απαιτούν. Περισσότερη ανάπτυξη, αγαθά, χρήματα και οικονομική “επιτυχία” για τη χώρα τους».

Ο Icke συνεχίζει τον φιλιππικό του κατά του συστήματος ως εξής:

«Οι πολιτικοί είναι πιόνια που κινούνται από την Αδελφότητα, ένας προγραμματισμένος πληθυσμός που πάνω απ’ όλα αλληλεξαρτάται από το Σύστημα. Οι πολιτικοί δεν μπορούν να δράσουν ανεξάρτητα σε μια χώρα, γιατί συνδέονται με ένα σύστημα που επιμένει να τους κάνει να παίζουν με τους κανόνες του. Αν προσπαθήσουν να περιορίσουν τις εισαγωγές αγαθών που η χώρα τους μπορεί να παράγει μόνη της, κάποιοι άλλοι θα κινηθούν αμέσως για να εμποδίσουν τις εξαγωγές της χώρας αυτής. Ακόμη και εκείνοι οι πολιτικοί που έχουν αντιληφθεί το ρόλο του συστήματος –και είναι δραματικά λίγοι– θα έκαναν πίσω στην προοπτική να αναλάβουν δράση η οποία θα είχε σαν επακόλουθο μια χαοτική αλλά ζωτική μεταβατική περίοδο, με την οικονομία της χώρας τους να προσπαθεί να συνέλθει από το κολοσσιαίο πλήγμα της απώλειας εισοδήματος από εξαγωγές και να κατευθύνεται πάλι προς την παραγωγή των αγαθών που μέχρι τώρα εισήγαγε».

«Οποιαδήποτε κυβέρνηση προσπαθούσε να κάνει κάτι τέτοιο, θα ανατρεπόταν είτε δημοκρατικά είτε με τη βία. Το Σύστημα έχει τους πολιτικούς για να υπηρετούν με δουλοπρέπεια τις επιθυμίες του, μέσω του επηρεασμού, της κατήχησης και του φόβου. Δεν θα προχωρήσουν ποτέ σε ενέργειες αναγκαίες για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τη φυλακή της ή του πλανήτη από την τιμωρία του. Μόνο με την κατάρρευση του Συστήματος και την αντικατάστασή του με ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, μπορούμε να απελευθερωθούμε από την εξάρτηση και να περάσουμε σε μια εποχή οικονομικής σύνεσης».

Ο Βρετανός ακτιβιστής καταλήγει σε μια θέση που δικαιώνει την υιοθέτηση της λύσης της αποχής ως μόνης ορθής και συνεπούς στάσης των αφυπνισμένων πολιτών (ό.π., σελ. 308):

«Απαραίτητο για την απελευθέρωσή μας είναι να δοθεί ένα τέλος στην πολιτική έτσι όπως τη γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Οι αντιπρόσωποι των ανθρώπων υπάρχουν για να εξυπηρετούν το λαό και όχι το κόμμα ή τα συμφέροντά τους. Αποτελεί μεγάλη προσβολή προς τη λέξη δημοκρατία να βλέπουμε τους πολιτικούς να επιτρέπουν στον εαυτό τους να χρησιμοποιούνται ως πρόβατα και να ψηφίζουν στο Κογκρέσο, τη Βουλή των Κοινοτήτων και τα άλλα κοινοβούλια του κόσμου, σύμφωνα με τη γραμμή την οποία επιβάλλουν οι αρχηγοί των κομμάτων τους. Είναι οι φυλακισμένοι του συστήματος της Κομματικής Πειθαρχίας, η οποία ελέγχεται από οργανωτικούς γραμματείς του κόμματος. Πρόκειται για κομματικούς υπαλλήλους οι οποίοι φροντίζουν τα μέλη του Κοινοβουλίου που έχει εκλέξει ο λαός, να ακολουθούν τις επιθυμίες του κόμματός τους και ποτέ τις επιταγές της συνείδησής τους ή αυτών που πιστεύουν ότι χρειάζονται οι άνθρωποι. Τα Κοινοβούλια είναι, κατ’ αναλογία, μικρόκοσμοι ολόκληρου του Συστήματος. Οι λίγοι βρίσκονται στην κορυφή, όπως ο πρωθυπουργός και το υπουργικό του συμβούλιο, ή ο πρόεδρος και οι σύμβουλοί του, οι οποίοι προσπαθούν να εξαναγκάσουν τα μέλη του Κοινοβουλίου ή του Κογκρέσου να ακολουθήσουν τη γραμμή τους. Εκείνοι με την σειρά τους, οι περισσότεροι χωρίς να το αντιλαμβάνονται, υπηρετούν τη μη εκλεγμένη Αδελφότητα που βρίσκεται πίσω απ’ όλους. Οι πολιτικοί αρχηγοί μιλούν συχνά για την ανάγκη των ανθρώπων να δείξουν υπευθυνότητα, αλλά είναι οι τελευταίοι που θέλουν να δουν κάτι τέτοιο – ειδικά μέσα στην παράταξή τους. Αν τα μέλη της Βουλής πάρουν την ευθύνη των σκέψεών τους και ψηφίσουν σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους, “πειθαρχούνται” από το κόμμα τους και εισπράττουν τη διαβεβαίωση ότι δεν θα προταθούν ποτέ για προαγωγή. Αυτό είναι δημοκρατία;».

«Το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα είναι ένα και το αυτό. Είναι αχώριστα. Και τα δύο πάσχουν, είναι διεφθαρμένα, ανόητα, αυτοκαταστροφικά και ελεγχόμενα από την Αδελφότητα. Όπως το οικονομικό κατεστημένο, έτσι και το πολιτικό τσίρκο έχει δημιουργήσει μηχανισμούς και υποδομές για την παραγωγή των ρομπότ και των κλώνων που χρειάζεται για να επιβιώσει. Αν δεν είστε υπηρέτες του συστήματος και φερέφωνα της γραμμής του, θα αγωνιστείτε σκληρά για την εκλογή σας και την εκπροσώπηση ενός μεγαλύτερου και ισχυρότερου κόμματος στις εκλογές. Κάποιοι που διαθέτουν δική τους νόηση ξεγλιστρούν μέσα από τον ιστό αλλά, δυστυχώς, είναι τόσο λίγοι ώστε μπορούν να φιμωθούν ή να γίνουν ανίσχυροι ακόμη και αν εκλεγούν. Η στάση ζωής που χρειάζεται για να γίνει κανείς μέλος Κοινοβουλίου ή γερουσιαστής είναι άκρως αντίθετη από αυτή που απαιτείται για την τιμιότητα, τη δικαιοσύνη και την εμπνευσμένη διακυβέρνηση».

Λίγες αράδες πιο κάτω (ό.π., σελ. 310), ο Icke κρούει τον κώδωνα του κινδύνου:

«τα πάντα επομένως οδηγούν προς το όνειρο της Αδελφότητας για μια Παγκόσμια Κυβέρνηση. Έχω ακούσει ακόμη και νοήμονες, ανήσυχους ανθρώπους να υποστηρίζουν την ιδέα αυτή, συχνά με τις καλύτερες προθέσεις. Το λέω ξανά και ξανά… ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ. Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες αλλαγές που δίνουν δύναμη στους λίγους, η συγκεκριμένη ιδέα μπορεί να φαίνεται πολυπόθητη. Υποστηρίζουν ότι, αν είχαμε Παγκόσμια Κυβέρνηση, θα μπορούσαμε να σταματήσουμε εκείνο, να κάνουμε αυτό ή το άλλο. Άλλοι πιστεύουν πως η κίνηση προς την Παγκόσμια Κυβέρνηση αποτελεί φυσιολογικό κομμάτι της εξέλιξης και της πορείας μας προς την ολότητα. Ακολουθώντας αυτόν τον τρόπο σκέψης, ξεκινήσαμε από φυλές και κοινότητες και εξελισσόμαστε μέσα από την εθνική και ηπειρωτική διακυβέρνηση σε μια Παγκόσμια. Εγώ όμως δεν θα πάψω να αμφισβητώ την άποψη αυτή. Η παγκόσμια συνεργασία και η Παγκόσμια Κυβέρνηση δεν είναι το ίδιο. Πιστεύει στ’ αλήθεια κανείς ότι η Παγκόσμια Κυβέρνηση, οργανωμένη υπό το παρόν Σύστημα, θα πάσχει λιγότερο, θα είναι λιγότερο διεφθαρμένη, ανόητη και αυτοκαταστροφική απ’ ό,τι οι εθνικές ή οι διεθνείς κυβερνήσεις; Και βέβαια όχι. Αλλά εδώ δεν εξετάζουμε το θέμα της κυβέρνησης που έχει τη δύναμη να επηρεάζει τα πάντα σε μία και μόνο χώρα. Μιλάμε για ολόκληρο τον κόσμο».

«Βέβαια, και οι δυο πλευρές του αριστερού-δεξιού πολιτικού φάσματος έχουν αυτούς που υποστηρίζουν την παραπάνω ιδέα, όμως, όπως συμβαίνει στις περισσότερες καταστάσεις και γεγονότα, το να μιλάμε για απόψεις της αριστεράς και της δεξιάς είναι ακόμη μια ψευδαίσθηση. Πρόκειται για διαφορετικές όψεις της ίδιας σαπουνόφουσκας της μη πραγματικότητας – και φυσικά του ίδιου ελέγχου. Η Αδελφότητα δεν έχει πολιτική γραμμή. Χρησιμοποιεί τους πάντες και τα πάντα για τους σκοπούς της. Υπό την επιρροή της βρίσκονται αξιωματούχοι και πολιτικοί κάθε νοοτροπίας και πειθούς. Οι κομμουνιστές και οι καπιταλιστές μιλούν την ίδια γλώσσα. Ο κομμουνισμός δεν είναι τίποτα άλλο από μια αυταρχική μορφή του καπιταλισμού. Οι πολιτικοί, ακόμη και των υψηλότερων βαθμίδων, είναι απλώς άνδρες και γυναίκες στην πρώτη γραμμή σε σχέση με αυτούς που εργάζονται στα παρασκήνια.

Ο πρόεδρος Ρέιγκαν ήταν ένα τέλειο παράδειγμα. Πυροδοτούσε τα όπλα που γέμιζαν άλλοι. Φανταστείτε τι εξουσία θα μπορούσε να περιέλθει στη διάθεση μιας μικρής ομάδας ανθρώπων αν η Παγκόσμια Κυβέρνηση γινόταν πραγματικότητα. Δεν θα έμοιαζε με την εξέλιξη προς την ολότητα, αλλά ουσιαστικά θα ήταν ένας ολοκληρωτικός έλεγχος της ζωής έξι δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Ο τρόπος αποφυγής αυτού του γεγονότος είναι να δοθεί ο έλεγχος και οι αποφάσεις στο λαό και τις κοινότητες και όχι να δημιουργηθεί το ύστατο σκαλοπάτι στην κλίμακα της παγκόσμιας υποδούλωσης. Αυτό θα έπρεπε να απαιτήσουμε και να αρνηθούμε να συνεργαστούμε με το παρόν Σύστημα».

VII. Η αποχή ως αναγκαία αλλά μη επαρκής συνθήκη για την καταπολέμηση της «έξυπνης δικτατορίας»

Α. Η διαλεκτική σημασία του “Όχι” ως «άρνηση της άρνησης»

Ο μέγας Έλλην συνταγματολόγος Αριστόβουλος Μάνεσης, στον λόγο που εκφώνησε κατά την πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών στις 27 Οκτωβρίου 1993 (Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, Τόμ. 68 [1993], σελ. 304-323 = Μάνεσης, Η διαλεκτική σημασία του «ΟΧΙ», εις: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη 1980-2000, Τόμ. ΙΙ, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σελ. 143 επ.) είχε πει ότι «η δυναμική της άρνησης –και της αντίστασης– φαίνεται ιδίως σε “στιγμές” που σηματοδοτούν κάποιο σταυροδρόμι της Ιστορίας: όταν πρέπει να πει κανείς το μεγάλο “Όχι” ή το μικρό “ναι”. Και όμως υπάρχουν και αξιόλογα μικρά “όχι”».

Αποκωδικοποιώντας το “Όχι” της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Μάνεσης επεσήμανε την «διαλεκτική σημασία της άρνησης υποταγής, ως κοινωνικής, πολιτικής και ηθικής συμπεριφοράς στον καθ’ ημέραν βίο» και εν συνεχεία αναφέρθηκε στην αξία των μικρών “όχι”:

«Πράγματι, στην καθημερινή ζωή λειτουργεί και παίζει σημαντικό ρόλο μία δυναμική των μικρών “όχι”. Έστω και αν δεν περιβάλλονται με φωτοστέφανο δόξας, είναι πάντως μικρές αρνήσεις που –διαλεκτικά– λειτουργούν και αυτές θετικά, αλλά με ηπιότερες μορφές: ως αμφιβολία (που σωστά έχει λεχθεί ότι είναι “η αξιοπρέπεια του στοχασμού”), ως κριτική, ως διαφωνία, ως αντίρρηση, ως διαμαρτυρία, ως αμφισβήτηση».

Αυτά τα “όχι” πρέπει να προτάσσονται ενάντια στον «άμεσα ή έμμεσα ασκούμενο από την όποια εξουσία –μικρή ή μεγάλη– υλικό ή ιδεολογικό καταναγκασμό».

Στο σημείο αυτό ο Μάνεσης παραθέτει την συμβουλή του Αποστόλου Παύλου από την Επιστολή προς Εφεσίους, στ΄ 12: «Ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου».

Και συνεχίζει ο  ίδιος:

Πηγή https://kvathiotis.substack.com/p/948

ηγή https://kvathiotis.substack.com/p/948

 Η αποχή από τις εκλογές ως αναγκαία (αλλά μη επαρκής) συνθήκη για την καταπολέμηση της...

0 comments: