«Όπου υπάρχουν σχέσεις εξουσιαστικές, και ιδίως σε καθεστώτα βίας ή σε θεσμούς καταπιεστικούς, κυοφορούνται οι δυνάμεις που θα παλέψουν για την κατάλυσή τους.
Η συμπεριφορά των κρατούντων εξυπηρετεί μεν άμεσα τα συμφέροντά τους, αλλά έχει και συνέπειες τις οποίες αυτοί δεν επιδιώκουν: με τις αντιδράσεις και τις αρνήσεις –τα “όχι”– που παράγει η εν γένει δράση τους αποβαίνει αθέλητα, αυτή η ίδια, το μέσο για την υπέρβασή της και για την προώθηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Αυτή είναι η “πονηρία” του ιστορικού Λόγου, για να χρησιμοποιήσω έναν εγελιανό όρο. Τα μικρά, τα καθημερινά “όχι” διαβρώνουν τις εξουσιαστικές σχέσεις και τις κατεστημένες συμβατικότητες και αναταράσσουν τις τελματωμένες νοοτροπίες των στενών οριζόντων. Έτσι, τα μικρά “όχι” συμβάλλουν και αυτά στην υπέρβαση του παρόντος, δηλαδή στην ιστορική εξέλιξη, με προοπτική την βαθμιαία απελευθέρωση και καταξίωση της ανθρώπινης προσωπικότητας».«Λέει ο ποιητής: Αντισταθείτε στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών / στον κοντό άνθρωπο του γραφείου, / στην εταιρεία “εισαγωγαί-εξαγωγαί” / … Αντισταθείτε / σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες / ατέλειωτες τις παρελάσεις… / στις μουσικές, τα τούμπανα και τις παράτες / σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε / πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλάτοροι… / Αντισταθείτε σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι… / στις κολακείες, τις ευχές, τις τόσες υποκλίσεις / από γραφιάδες και δειλούς για τον σοφό / αρχηγό τους… / Αντισταθείτε… / σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια / στα θούρια, / στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους, / στους θεατές, / στον άνεμο, / σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς / στους άλλους που κάνουν τον φίλο σας, / ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ / αντισταθείτε. / Τότε, μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την / Ελευθερία (Μιχάλης Κατσαρός)».
«Τέτοια έβλεπαν την Ελευθερία», συνεχίζει ο Μάνεσης, «οι Γάλλοι φοιτητές τον Μάη του 1968, φωνάζοντας “είμαστε ρεαλιστές, ζητούμε το αδύνατο” και ρίχνοντας συνθήματα όπως “η φαντασία στην εξουσία” ή “απαγορεύεται κάθε απαγόρευση”)». Με τον χαρούμενο αυθορμητισμό τους οι Γάλλοι φοιτητές «εναντιώνονταν όχι τόσο κατά της κρατικής εξουσίας καθ’ εαυτήν –το πολιτικό σύστημα της Γαλλίας δεν ήταν άλλωστε ούτε αυταρχικό ούτε ολοκληρωτικό–, όσο κυρίως κατά των μικρών εξουσιών, που είναι διάσπαρτες στην κοινωνία, άρα και κατά των μικρών αυταρχισμών και ολοκληρωτισμών που εδράζονται σε διάφορους επί μέρους παραδοσιακούς θεσμούς –κάθε θεσμός είναι εστία εξουσίας– με ιεραρχική δομή, στην οποία αρθρώνονται σχέσεις εξουσίας που δεν ανάγονται μεν, κατ’ ανάγκην, στο κράτος, είναι όμως και αυτές ουσιαστικά σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής –διαταγής και υπακοής– που “αλλοτριώνουν” τον Άνθρωπο».
«“Ου τοις άρχειν βουλομένοις μέμφομαι, αλλά τοις υπακούειν ετοιμοτέροις ούσι”, έγραφε ο Θουκυδίδης(Ιστορία Δ. ξα΄ 5). Η προκλητικά ανήσυχη και ανυπάκουη νεολαία, η οποία, αρνούμενη τη μοιρολατρεία και την παθητικότητα, τον εφησυχασμό και την αδράνεια, επιδιώκει να χειραφετηθεί από εξαρτήσεις και να απαλλαγεί από καταπιέσεις και καταναγκασμούς της καθημερινής ζωής, εκφράζει –με τον τρόπο της– το γενικότερο πάγιο ιστορικό αίτημα για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Και είναι γεγονός ότι, διεκδικώντας το δικαίωμα στη διαφωνία και στη διαφορά, κατόρθωσε να προωθήσει διαλεκτικά –με τα ατίθασα και οργισμένα “όχι” της, με την ευαισθησία της και την ειλικρίνειά της, με την αντισυμβατικότητα (τον αντικονφορμισμό) και την αντιεξουσιαστική συμπεριφορά της– τον βαθμιαίο εκδημοκρατισμό πολλών κοινωνικών και προσωπικών σχέσεων και την άμβλυνση ανισοτήτων και καταναγκασμών, π.χ. στο πλαίσιο της οικογένειας, του σχολείου και γενικότερα της εκπαίδευσης και άλλων ομαδικών συμβιώσεων (όπως ο στρατός, διάφορα ιδρύματα, νοσηλευτικά ή “σωφρονιστικά”, οι φυλακές) ή συσσωματώσεων (όπως τα πολιτικά κόμματα, επαγγελματικές συντεχνίες κ.τ.τ.), επίσης δε στις εργασιακές σχέσεις, στις σεξουαλικές σχέσεις κ.ο.κ.”».
Ο Μάνεσης ολοκλήρωσε τον λόγο του, τονίζοντας την αξία της Άρνησης του πολίτη στον ελευθεροκτόνο μηχανισμό κάθε δεσποτικής εξουσίας:
«Η Άρνηση, είτε ατομική είτε συλλογική, έναντι οποιουδήποτε –μεγάλου ή μικρού– αυταρχισμού και ολοκληρωτισμού συμβάλλει διαλεκτικά στον αυτοκαθορισμό, δηλαδή στην Ελευθερία του ανθρώπου και επιβεβαιώνει την αξία του, αλλά και την ευθύνη του, ως υποκειμένου της Ιστορίας. Ξεκινώντας από το εθνικό “Όχι” το 1940, προσπάθησα να δείξω την εν γένει διαλεκτική σημασία του “Όχι”, και ειδικότερα ότι η άρνηση υποταγής στη βία λειτουργεί διαλεκτικά και προοπτικά ως κατάφαση της ελευθερίας. Αυτή είναι η σημασία της Άρνησης της άρνησης. Το “Όχι” είναι η μαγιά –τολμώ να πω η “μαγκιά”– της Ιστορίας: είναι σπασμός ζωής και δημιουργίας, με τον οποίο προάγεται η κοινωνική, πολιτική, ηθική και πολιτισμική εξέλιξη της Ανθρωπότητας. Με το ηρωικό “Όχι” που αντέταξε στον ιταλικό φασισμό ο Ελληνικός Λαός […] είπε ουσιαστικά “Ναι” στην ελευθερία –την εθνική και την πολιτική– και απέδειξε έμπρακτα ότι την αξίζει”».
Αν ζούσε σήμερα ο Μάνεσης, είναι βέβαιον ότι δεν θα λάμβανε πρόσκληση να εκφωνήσει πανηγυρικό λόγο για το “Όχι” του 1940, αφού το καθεστώς της «έξυπνης δικτατορίας» δεν θα άντεχε να ακούσει ένα πύρινο, και κατά τούτο επικίνδυνο, κήρυγμα υπέρ της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου που, για να τις υπερασπισθεί, θα πρέπει να τολμά να ενεργεί ως «μάγκας-αρνητής», με διάθεση να βροντοφωνάζει τα μεγάλα και τα μικρά “Όχι”. Στον Θαυμαστό Ανάποδο Κόσμο μας, όμως, οι αρνητές, που κατά τον Μάνεση και κάθε άλλον υγιώς σκεπτόμενο νομικό, είναι οι φρουροί της ελευθερίας, δαιμονοποιούνται ως εχθροί της δημοκρατίας από τους πολιτικούς, τα βρομερά τηλε-τσιράκια τους και τους λοιπούς σφουγγοκωλάριους.
Τώρα ο αναγνώστης γνωρίζει γιατί συμβαίνει αυτό: Εφόσον μια «έξυπνη δικτατορία» αρνείται ύπουλα τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, είναι αναμενόμενο να επιστρατεύει ως πρώτο αμυντικό όπλο της, ενάντια στους αμφισβητίες της, την απαξιωτική ετικετοποίησή τους ως αρνητών. Έτσι, το καθεστώς στοχοποιεί τους αντιπάλους του και, ταυτοχρόνως, προσελκύει στο στρατόπεδό της τους αφελείς πολίτες, οι οποίοι σχηματίζουν την πεπλανημένη εντύπωση ότι κινδυνεύουν από το εν δυνάμει ορμητικό ρεύμα των εχθρικών (ή ακόμη καλύτερα: ψεκασμένων) «αρνητών», ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς ανάποδο: κινδυνεύουν από εκείνους που βάπτισαν τους συμπολίτες τους (ψεκασμένους) «αρνητές». Οι τελευταίοι, όπως μας έδειξε ο Μάνεσης, αρνούνται την αρρωστημένη άρνηση (που προέρχεται από μια αυταρχική ή ολοκληρωτική εξουσία) και όχι, βεβαίως, την υγιή θέση.
Αλλά κι αν ακόμη λάμβανε ο Μάνεσης πρόσκληση, είναι εξίσου βέβαιον ότι θα την απέρριπτε, αφού όσα θα είχε να πει προς τον ελληνικό λαό θα έμοιαζαν με παρωχημένες γραφικότητες, ρομαντικά απολιθώματα του 20ού αιώνα, στον οποίο υπήρχαν ακόμη πολλά ευήκοα ώτα που συγκινούνταν από ομιλίες για την αναγκαία «άρνηση της άρνησης», για την απελευθερωτική δύναμη των μεγάλων και των μικρών “Όχι”.
Το σημερινό ακροατήριο του Μάνεση θα αποτελείτο κατ’ εξοχήν από μια «οθονόπληκτη συμπαγή πλειοψηφία», η οποία, με τα λόγια του Μάνεση, δεν «επιδιώκει να χειραφετηθεί από εξαρτήσεις και να απαλλαγεί από καταπιέσεις και καταναγκασμούς της καθημερινής ζωής», αλλά, αντιθέτως, έχει γίνει το σκυλάκι του κάθε ορατού και αόρατου εξουσιαστή που το έχει εκπαιδεύσει να υπνωτίζεται από το σύνθημα «γρήγορα, εύκολα, σίγουρα» και να δελεάζεται από ευτελή θεάματα και εξευτελιστικά επιδόματα.
Σήμερα, λοιπόν, επιβάλλεται περισσότερο από ποτέ άλλοτε να αρθρωθεί και να υλοποιηθεί η ριζική άρνησή μας κατά των υλοποιητών και αυλοκολάκων της «έξυπνης δικτατορίας», δηλ. των πραγματικών αρνητών της ελευθερίας και της αξίας του ανθρώπου. Η ριζική αυτή άρνηση σημαίνει ένα μεγάλο “ΟΧΙ” στην εκλογική διαδικασία. Δυστυχώς, όμως, δεν αρκεί αυτό για να προκαλέσει ισχυρούς τριγμούς στον σατανικό μηχανισμό του καμουφλαρισμένου ολοκληρωτισμού.
Εφόσον το εκλογικό “ΟΧΙ” σημαίνει άρνηση νομιμοποίησης του καθεστώτος και άρνηση συνεργασίας με αυτό, όσοι πολίτες έχουν αφυπνισθεί και μπορούν πλέον να διακρίνουν πεντακάθαρα τις αόρατες αλυσίδες της «ευτυχισμένης σκλαβιάς» που μας έχουν φορέσει οι χαμερπείς αρνητές όχι απλώς των δικαιωμάτων μας αλλά αυτής ταύτης της ανθρώπινης υπόστασής μας, θα πρέπει να γενικεύσουμε την άρνησή μας, βροντοφωνάζοντας συντονισμένα πολλά μεγάλα και μικρά “ΟΧΙ”, τα οποία θα σαμποτάρουν την λειτουργία των γραναζιών της «έξυπνης δικτατορίας».

Πρόκειται για όλες εκείνες τις αρνήσεις που υπαγορεύονται από την ιδέα της πολιτικής ανυπακοής, όπως την περιέγραψε πρωτίστως ο φυσιολάτρης συγγραφέας Χένρυ Ντέιβιντ Θορώ στο ομότιτλο δοκίμιό του που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1849 (μτφ.: Γ. Λαμπράκος, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2020). Στο δοκίμιο αυτό, ο αρχικός τίτλος του οποίου ήταν «Αντίσταση στην αστική κυβέρνηση» (Resistance to Civil Government), ο Αμερικανός στοχαστής εξηγούσε γιατί τασσόταν κατά της εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που επιβάλλει μια άδικη, δουλοκτητική κυβέρνηση (εξαιτίας της στάσης του αυτής είχε φυλακισθεί για μία νύχτα).
Σύμφωνα με την άποψη του Θορώ:
«εάν χίλιοι άνδρες δεν πλήρωναν φέτος τους φόρους τους, αυτό δεν θα ήταν τόσο βίαιο και αιματηρό μέτρο, όσο εάν τους πλήρωναν, εφόσον θα βοηθούσαν έτσι την Πολιτεία να ασκεί βία και να χύνει αθώο αίμα»(ό.π., σελ. 62).
Αντικρίζοντας στο πρόσωπο του φοροεισπράκτορα την άδικη κυβέρνηση, ο Θορώ διατυπώνει την άποψη ότι «ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος για να σταθείς απέναντί της […] είναι να την αρνηθείς» (ό.π., σελ. 58). «Όταν ο υπήκοος έχει αρνηθεί την αφοσίωση και ο υπάλληλος έχει παραιτηθεί από τη θέση του, τότε η επανάσταση έχει επιτευχθεί» (ό.π., σελ. 62/63· βλ. και Βαθιώτη, Από την πανδημία στην κλιματική αλλαγή. Συντονισμένα τρομο-κράτη σε φόντο παγκόσμιας διακυβέρνησης, εκδ. Αλφειός, Αθήνα 2021, σελ. 330).
Όπως σημειώνει ο Π. Κιτρομηλίδης στην εισαγωγή της ελληνικής μετάφρασης του δοκιμίου του Θορώ (ό.π., σελ. 23, 27):
«Ο Θορώ αναγγέλλει με τη στάση του μία μελλοντική μορφή παθητικής αντίστασης που θα χαρακτήριζε τη συμπεριφορά ξεχωριστών διανοουμένων απέναντι στις πιέσεις της μαζικής κοινωνίας και του αυταρχισμού τον εικοστό και τον εικοστό πρώτο αιώνα. […] Ο συνδυασμός της φυσιολατρίας με την πρόσκληση για αντίσταση στις κάθε είδους άδικες εξουσίες καθιστούν το Χένρυ Ντέιβιντ Θορώ έναν σημαντικό πρόδρομο του οποίου οι ιδέες και η ηθική στάση δεν έχουν με κανέναν τρόπο χάσει την επικαιρότητά τους και στις απαρχές του εικοστού πρώτου αιώνα».
Σε παρόμοιο μήκος κύματος με τον Θορώ εξέπεμπε και ο Γάλλος δικαστής και φιλόσοφος Ετιέν ντε λα Μποεσί. Στην πραγματεία του περί εθελοδουλείας (μτφ.: Π. Καλαμαράς, εκδ. Πανοπτικόν, Αθήνα 2012, σελ. 15) έγραφε:

«Αποφασίστε να μην υπηρετείτε πλέον, και αμέσως είστε ελεύθεροι. Δεν σας ζητώ να θέσετε τις χείρες πάνω στον τύραννο για να τον ανατρέψετε, αλλά απλώς να μην τον στηρίζετε πλέον· τότε θα τον δείτε σαν έναν μεγάλο Κολοσσό του οποίου αποσπάστηκε το βάθρο, να πέφτει από το ίδιο του το βάρος και να σπάει σε κομμάτια!
Το ότι η συντονισμένη «άρνηση της άρνησης» φαντάζει την δεδομένη στιγμή ασύλληπτα δύσκολο, αν όχι απολύτως ανέφικτο εγχείρημα, δεν σημαίνει, φυσικά, ότι θα πρέπει να σπεύσουμε στις κάλπες για να καθαγιάσουμε τον μηχανισμό της βρύσης η οποία τροφοδοτεί με μολυσμένο νερό όλες τις επιμέρους σωληνώσεις που δηλητηριάζουν καθημερινά κάθε πτυχή του βίου μας.
Αν η εγχείρηση είναι απολύτως επιβεβλημένη για έναν βαριά νοσούντα, αλλά αυτός τρέμει το νυστέρι και αρνείται κατηγορηματικά να χειρουργηθεί, αφήνοντας στον γιατρό ως μοναδική εναλλακτική λύση την χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, δεν συνεπάγεται ότι η λήψη των φαρμάκων θα συνιστά lege artis αντιμετώπιση του ιατρικού περιστατικού. Η επίδραση της φαρμακευτικής αγωγής θα είναι αποκλειστικά ψυχολογικής φύσεως: ο ασθενής θα αποκτήσει την ψευδαίσθηση ότι έλαβε μέτρα για την καταπολέμηση της νόσου, ενώ αυτή, ελλείψει χειρουργείου, είναι βέβαιον ότι θα επιδεινωθεί ραγδαίως.
Ο Ετιέν ντε λα Μποεσί στην προμνημονευθείσα πραγματεία του αποτυπώνει με ενάργεια τις συνέπειες της αναβλητικής στάσης που τηρεί ο πολίτης απέναντι σε ένα τυραννικό καθεστώς:
«Όλοι γνωρίζουν ότι η φωτιά που ξεκινά από έναν μικρό σπινθήρα θα μεγαλώσει και θα γίνει φλόγα όσο βρίσκει ξύλο να κάψει· όμως χωρίς να σβηστεί με νερό, αλλά μη βρίσκοντας άλλο καύσιμο να τροφοδοτηθεί, ξοδεύεται μονάχη της, ξεθυμαίνει, και δεν είναι πια φλόγα. Παρομοίως, όσο περισσότερο οι τύραννοι διαρπάζουν, τόσο περισσότερο λαχταρούν, αφανίζουν και καταστρέφουν· όσο περισσότερο κάποιος υποχωρεί απέναντί τους και τους υπακούει, τόσο περισσότερο αυτοί γίνονται ισχυρότεροι και τρομερότεροι, έτοιμοι να αφανίσουν και να καταστρέψουν. Αλλά αν ούτε ένα πράγμα δεν υποχωρεί απέναντί τους, αν, χωρίς καμιά βία, απλώς κανείς δεν υπακούει, απογυμνώνονται και εκμηδενίζονται, ακριβώς όπως όταν η ρίζα δεν παίρνει τροφή, το κλαδί μαραίνεται και πεθαίνει».
Το “ΟΧΙ”, λοιπόν, στα μεγάλα κόμματα και το “ΝΑΙ” σε κάποιο μικρό κόμμα του καλούμενου «πατριωτικού χώρου» σημαίνει “ΝΑΙ” στο στρατηγείο της «έξυπνης δικτατορίας». Εκεί έχουν στηθεί οι κάλπες, εκεί θα γίνει και η καταμέτρηση των ψήφων.
Β. Αν είχε ανακοινώσει εκλογές ο Χίτλερ; – Η λογική του σαμποτάζ!
Όποιος έφθασε μέχρι αυτό το σημείο διαβάζοντας προσεκτικά ολόκληρο το παραπάνω κείμενο και παρά ταύτα διατηρεί αμφιβολίες κατά της πρότασης της αποχής ως «άρνησης της άρνησης», δηλαδή ως άρνησης του αφυπνισμένου πολίτη να επικυρώσει τον μηχανισμό της «έξυπνης δικτατορίας», τότε αξίζει να έρθει αντιμέτωπος με το εξής ερώτημα:
Αν είχε ανακοινώσει εκλογές ο Χίτλερ, οι υπό κατοχή λαοί θα διανοούνταν να σπεύσουν στις κάλπες για να τον «μαυρίσουν» και να αναδείξουν νικητή ένα κόμμα του… «δημοκρατικού τόξου» (sic) ή μήπως θα αρνούνταν να συμμετάσχουν στην διακωμώδηση της εκλογικής διαδικασίας από έναν δικτάτορα;

Χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι η Τρίτη Προκήρυξη του Λευκού Ρόδου, δηλ. της αντιστασιακής οργάνωσης που έδρασε στην ναζιστική Γερμανία την περίοδο 1942-1943, αποτελούμενη από 11 μέλη, εκ των οποίων γνωστότερα είναι ο Αλεξάντερ Σμορέλ (δικής του εμπνεύσεως ήταν το όνομα της οργάνωσης, το οποίο άντλησε από το μυθιστόρημα «Αδελφοί Καραμάζοφ» του Ντοστογιέφσκυ), τα αδέλφια Σόφι και Χανς Σολ, αλλά και ο καθηγητής φιλοσοφίας Καρλ Χούμπερ (με τις προκηρύξεις της η οργάνωση προέτρεπε τον γερμανικό λαό σε παθητική αντίσταση ενάντια στην ναζιστική πολεμική μηχανή):
«το κράτος μας σήμερα είναι η δικτατορία του κακού: “Αυτό το ξέρουμε από καιρό” διαμαρτύρεστε “και δεν είναι ανάγκη να μας το επισημαίνεις για πολλοστή φορά”. Σας ρωτώ όμως, αφού το γνωρίζετε, γιατί δεν αντιδράτε, γιατί ανέχεστε να υφαρπάζουν τούτοι οι εξουσιαστές κομμάτι κομμάτι, άλλοτε απροκάλυπτα και άλλοτε ύπουλα, τα δικαιώματά σας, το ένα μετά το άλλο, μέχρι που μια πρωία δε θα απομείνει τίποτα, τίποτε απολύτως, εκτός από μια καλοκουρδισμένη κρατική μηχανή, διοικούμενη από εγκληματίες και μπεκρούλιακες;»
«Τόσο πολύ καταβεβλημένο είναι το πνεύμα σας από τον αδιάκοπο βιασμό του, ώστε λησμονείτε πως δεν είναι δικαίωμά σας αλλά ηθικό σας καθήκον να δώσετε ένα τέλος σε αυτό το καθεστώς; Όταν όμως ένας άνθρωπος δε βρίσκει πλέον το κουράγιο να διεκδικήσει το δίκιο του, τότε είναι απολύτως βέβαιο πως θα οδηγηθεί στον χαμό. Θα μας αξίζει να σκορπίσουμε στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα, όπως η σκόνη σκορπίζει από τον άνεμο, αν έστω στο παρά πέντε δεν ορθώσουμε το ανάστημά μας και δε βρούμε επιτέλους το θάρρος, που μέχρι τώρα μας έλειψε».
«Πάψτε να καμουφλάρετε τη δειλία σας κάτω από τον μανδύα μιας δήθεν σωφροσύνης. Διότι κάθε μέρα που διστάζετε, κάθε μέρα που δεν αντιστέκεστε σε αυτό το γέννημα της Κόλασης, η ευθύνη σας αυξάνει σαν την καμπύλη του διαγράμματος που σκαρφαλώνει όλο και ψηλότερα στον άξονα» («Δε θα σιωπήσουμε ποτέ», Οι Προκηρύξεις του Λευκού Ρόδου (1942-1943),εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2019, σελ. 36).
Στην ίδια Προκήρυξη έγραφαν τα μέλη της:
«Ποιος είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να πολεμήσει το σημερινό κράτος, πώς θα του καταφέρει το πιο καίριο πλήγμα; Με την παθητική αντίσταση, είναι η απάντηση. Είναι σαφές ότι μας είναι αδύνατο να δώσουμε κατευθυντήριες για τη δράση του καθενός, μπορούμε μονάχα να μιλήσουμε σε αδρές γραμμές, το μονοπάτι για την επίτευξη του σκοπού μας πρέπει να το βρει ο καθένας χωριστά».
«Σαμποτάζ στην αμυντική βιομηχανία και στις νευραλγικές για την πολεμική προσπάθεια βιομηχανίες, σαμποτάζ σε όλες τις συνελεύσεις, συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις και διοργανώσεις του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος».
«Δολιοφθορές στην ομαλή λειτουργία της πολεμικής μηχανής (μιας μηχανής που δουλεύει μόνο για χάρη ενός πολέμου ο οποίος αφορά αποκλειστικά την επιβίωση και διατήρηση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και της δικτατορίας του)».
«Σαμποτάζ σε όλους τους τομείς των επιστημών και του πνεύματος, οι οποίοι συμβάλλουν στη συνέχιση αυτού του πολέμου: πανεπιστήμια, λύκεια, εργαστήρια, ερευνητικά ιδρύματα, τεχνικά γραφεία».
«Σαμποτάζ σε όλες τις πολιτιστικές διοργανώσεις που θα μπορούσαν να καλλωπίσουν την εικόνα των φασιστών στον λαό. Σαμποτάζ σε όλους τους κλάδους των εικαστικών τεχνών που έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον εθνικοσοσιαλισμό και τον υπηρετούν».
«Σαμποτάζ σε όλα τα έντυπα, σε όλες τις εφημερίδες των κονδυλοφόρων της κυβέρνησης που αγωνίζονται για τις ιδέες της και τη διάδοση του φαιού ψεύδους. Μη χαλαλίζετε ούτε μια δεκάρα σε εράνους (ακόμη κι όταν ενδύονται τον μανδύα της εξυπηρέτησης ευαγών σκοπών). Γιατί δεν είναι παρά ένα καμουφλάζ» (ό.π., σελ. 37-38).
Τι άλλο, λοιπόν, από ένα κεντρικής σημασίας σαμποτάζ είναι η άρνηση συμμετοχής σε μια στημένη εκλογική διαδικασία που ελέγχεται από τους σύγχρονους Χίτλερ! Απλώς, η παγίδα της αποχής είναι να νομίσει ο πολίτης που θα την επιλέξει συνειδητά ότι αποτελεί αναγκαία και επαρκή προϋπόθεση για το αποτελεσματικό σαμποτάζ κατά της «έξυπνης δικτατορίας».
Η αποχή πρέπει να είναι το πρώτο από μια σειρά επίπονων βημάτων που πρέπει να γίνουν (όχι μόνο εν Ελλάδι αλλά παγκοσμίως!), προκειμένου να ανακοπεί η πορεία της ανθρωπότητας προς τον όλεθρο. Επί παραδείγματι:
- Σαμποτάζ στα σούπερ-μάρκετ και εν γένει στις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων με την άρνηση αγοράς προϊόντων από αυτά· αντ’ αυτού, πραγματοποίηση αγορών από μικρά καταστήματα της γειτονιάς.
- Σαμποτάζ στις ψηφιακές-άυλες συναλλαγές και ιδίως πληρωμή μόνο με μετρητά.
- Άρνηση χρήσης έξυπνων κινητών τηλεφώνων και αντικατάσταση τους με παραδοσιακές συσκευές.
- Προετοιμασία για την εγκατάλειψη των μεγάλων πόλεων και επιλογή διαβίωσης υπό λιτές συνθήκες δίπλα στην φύση.
Όπως μας πληροφορεί ο Κιτρομιλήδης στην προαναφερθείσα εισαγωγή της μεταφρασμένης στα ελληνικά «Πολιτικής Ανυπακοής» (ό.π., σελ. 14/15):

0 comments: