Μυτιλήνη (Mytilenepress) :Οι εκλογές της απόλυτης δικτατορίας (ΜΕΡΟΣ Β). Γράφει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης

 

Αξίζει εδώ να θυμηθούμε τι αποκάλυπτε για την «Δικαιοσύνη» ο David Icke στο βιβλίο του «Επαναστάτες της συνείδησης». 

(μτφ.:Πάτρα Περισσάκη, εκδ. Έσοπτρον, Αθήνα 1998, σελ. 321/322):

Το σύστημα αστυνομίας-δικηγόρων-ενόρκων-δικαστών υπηρετεί και προστατεύει το κατεστημένο και ελέγχεται από τις μυστικές οργανώσεις της Αδελφότητας – ιδιαίτερα από τους ελευθεροτέκτονεςΈνας υψηλόβαθμος δικαστικός έδωσε το πραγματικό στίγμα της “Δικαιοσύνης”, όταν είπε ότι αυτοί που έχουν καταδικαστεί άδικα από το σύστημα δεν θα πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι, γιατί έτσι κλονίζεται η εμπιστοσύνη του λαού στην αγγλική δικαιοσύνη! Χρειάζονται, συνεχείς και πολύχρονες, μαζικές εκστρατείες για να ελευθερωθούν αυτοί που έχουν φυλακιστεί άδικα. Μερικοί δεν αποφυλακίζονται ποτέ. […]».«Οι υπουργοί και οι αξιωματούχοι που δεν θα έπρεπε να επηρεάζουν στο ελάχιστο τα δικαστήρια ή τις δημόσιες ανακρίσεις, ανακατεύονται όσο περισσότερο μπορούν όταν κάποιες ποινές ή αποφάσεις τούς συμφέρουν πολιτικά. […] Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο όπου ένας δικαστής επηρεάζεται στις αποφάσεις του από τα αδιόρατα μηνύματα που τον πληροφορούν ότι ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος είναι αδελφός τέκτονας. […] 

Αν ήξεραν οι άνθρωποι τι πραγματικά συμβαίνει στα παρασκήνι α, τα ρομπότ θα είχαν επαναστατήσει εδώ και πολύ καιρό». «Οι νικητές αυτού του γρίφου που ονομάζεται Δημοκρατία και Δικαιοσύνη είναι το Σύστημα, και το νομικό επάγγελμα είναι αυτό που βρίθει από τέκτονες, όπως εξάλλου και η αστυνομία. 

Ένα επάγγελμα που περισσότερο εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κυκλωμάτων του και τις σκοπιμότητες της ελίτ, παρά τη Δικαιοσύνη». «Το νομικό σύστημα ανήκει στην ίδια κατηγορία με την οικονομία, την πολιτική και τα περισσότερα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Πάσχει, είναι διεφθαρμένο, ανόητο, παιδαριώδες, αυτοκαταστροφικό και ελεγχόμενο από την Αδελφότητα. Ρωτήστε τους δικηγόρους εκείνους, οι οποίοι παρακινούνται από την επιθυμία να βοηθήσουν τους ανθρώπους και όχι από την κερδοσκοπία, και θα σας απαντήσουν το ίδιο. Αντιλαμβάνομαι πόση απογοήτευση αισθάνονται οι υπεύθυνοι αυτοί δικηγόροι, όταν αναγκάζονται να ασκήσουν το έργο τους μέσα σε τέτοια ανηθικότητα και σε ένα τόσο διεφθαρμένο σύστημα. 

Αλλά, βλέπετε, το Σύστημα πρέπει να μας πείσει ότι έχουμε πραγματική ελευθερία, ότι ζούμε σε δημοκρατία και ότι απολαμβάνουμε ένα σύστημα αληθινής δικαιοσύνης. Αν δεν φορέσει αυτό το προσωπείο, είναι πιθανότερο για μας να επαναστατήσουμε». «Οι κυβερνήσεις δεν εξετάζουν τίμια και σε βάθος τις αιτίες του εγκλήματος, γιατί τότε θα έπρεπε να παραδεχτούν πως οι “αξίες” που απαιτούνται για την οικονομική ανάπτυξη είναι οι ίδιες αξίες που ενθαρρύνουν το έγκλημα και τη βία. Αντίθετα, καταδικάζουν τους καταπατητές του νόμου, νίπτουν τας χείρας τους από την ευθύνη κι απαιτούν αυστηρότερες ποινές. 

Οι φυλακές είναι υπερπλήρεις, επειδή η κοινωνία τιμωρεί τα συμπτώματα και δεν αναζητά τις αιτίες. Και ποια είναι η αντίδραση του “πολιτισμένου” κόσμου στις γεμάτες φυλακές; Το βρήκατε: χτίζουν περισσότερες. Στην Αμερική, η οποία υποστηρίζει ότι είναι η πατρίδα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και του πολιτισμού, μερικές πολιτείες στέλνουν ακόμα ανθρώπους στην ηλεκτρική καρέκλα ή στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη… είναι βαρβαρότητα. 

Οι σφυγμομετρήσεις (ή καλύτερα οι κατευθυνόμενες απόψεις) στη Βρετανία, δείχνουν συνεχώς ότι η πλειοψηφία θα ξανάφερνε την κρεμάλα για μερικά εγκλήματα. Τι υπεροψία, στ’ αλήθεια, να νομίζουμε ότι έχουμε το δικαίωμα να αφαιρέσουμε τη ζωή κάποιου άλλου και τι νοητικά παιχνίδια πρέπει να παίζονται για να πούμε ότι η δολοφονία είναι πράξη άδικη και κακή, αλλά το κράτος οφείλει να σκοτώνει όποιον τη διαπράττει! Καθώς τα χρόνια περνούν, εμείς θα βλέπουμε τις κυβερνήσεις να προσπαθούν να εισάγουν ακόμη πιο αυταρχικούς νόμους που θα διαβρώνουν όλο και περισσότερο την ελευθερία[…]».

4. Ο έλεγχος των επιλογών και το κόλπο της κάλπικης κάλπης

Ότι το αποτέλεσμα δεν αλλάζει όσο διαφορετικά κι αν ψηφίσει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών είναι μια θέση που εναρμονίζεται με τον 31ο νόμο ισχύος που διετύπωσε ο Robert Greene στο βιβλίο του «48 νόμοι ισχύος» (The 48 Laws of Power, Profile Books, London 2002, σελ. 277· βλ. και την ελληνική μετάφραση: Greene, Δύναμη. Οι 48 νόμοι της, μτφ.: Σ. Λειβαδοπούλου, εκδ. Έσοπτρον, Αθήνα 1998, σελ. 334 επ.):

Σύμφωνα με τον νόμο αυτόν, που επιγράφεται «έλεγξε τις επιλογές: κάνε τους άλλους να παίζουν με τα τραπουλόχαρτα που εσύ τους μοιράζεις» (“Control the Options: Get Others to Play With the Cards You Deal”), οι καλύτερες απάτες είναι εκείνες που φαίνεται να δίνουν επιλογές στους ανθρώπους:

Ο δεξιοτέχνης απατεώνας είναι εκείνος που καλλιεργεί στα θύματά του την ψευδαίσθηση ότι αυτά έχουν τον έλεγχο, ενώ στην πραγματικότητα είναι οι μαριονέτες του απατεώνα. Το καλύτερο κόλπο του θα είναι να κατασκευάσει επιλογές για τα θύματά του που όλες θα αποβαίνουν υπέρ του. Μια στρατιά από Σκύλλες και Χάρυβδες που θα μοιάζουν με διαφορετικά κακά για τα θύματα, αλλά θα είναι πάντοτε καλά για τον απατεώνα.

O Greene (ό.π., εκδ. Έσοπτρον, σελ. 339/340) μας διαφωτίζει επί του συγκεκριμένου φαινομένου, το οποίο συνδέει και με τις εκλογές, γράφοντας τα ακόλουθα: «Λέξεις όπως “ελευθερία”, “εναλλακτικές λύσεις” και “επιλογές”, δημιουργούν την αίσθηση μιας δύναμης πέρα από την πραγματικότητα των πλεονεκτημάτων που συνεπάγονται. Όταν τις εξετάσουμε από κοντά, οι επιλογές που έχουμε –στην αγορά, στις εκλογές, στις δουλειές μας– τείνουν να έχουν αξιοσημείωτους περιορισμούς: είναι συχνά θέμα μιας επιλογής μεταξύ του Α και του Β, με το υπόλοιπο αλφάβητο παροπλισμένο. Ωστόσο, σπάνια εστιάζουμε στις επιλογές που λείπουν εφόσον υπάρχει έστω και ένα ελάχιστο ίχνος ψευδαίσθησης επιλογής. “Διαλέγουμε” να πιστεύουμε ότι το παιχνίδι είναι τίμιο και ότι είμαστε ελεύθεροι. Προτιμάμε να μη σκεφτόμαστε πολύ γύρω από το μέγεθος της ελευθερίας μας να επιλέγουμε». «Η απροθυμία αυτή να ερευνήσουμε το πόσο περιορισμένες είναι οι επιλογές μας προέρχεται από το γεγονός ότι η πολλή ελευθερία δημιουργεί ένα είδος ανησυχίας. Η φράση “απεριόριστες επιλογές” ακούγεται ελκυστική, αλλά οι απεριόριστες επιλογές στην πραγματικότητα θα παρέλυαν την ικανότητά μας να επιλέξουμε. Η περιορισμένη ποικιλία των επιλογών μας, μας ανακουφίζει». Κάτι τέτοιο παρέχει στον έξυπνο και στον επιτήδειο άπειρες ευκαιρίες για εξαπάτηση, διότι οι άνθρωποι που επιλέγουν μεταξύ εναλλακτικών λύσεων δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι τους μεταχειρίζονται ή ότι τους εξαπατούν. Δεν μπορούν να δουν ότι εσύ τους επιτρέπεις να έχουν ένα μικρό κομμάτι ελεύθερης βούλησης ως αντάλλαγμα για την επιβολή της δικής σου βούλησης επάνω τους. Επομένως, θα πρέπει να προσφέρεις ένα στενό περιθώριο επιλογών στις απάτες σου. Υπάρχει ένα ρητό: Αν μπορείς να κάνεις το πουλί να μπει μέσα στο κλουβί από μόνο του, θα τραγουδάει ακόμη πιο ωραία».

Ο Greene ολοκληρώνει την ανάλυση του 31ου νόμου ισχύος ως εξής (ό.π., σελ. 343/344): «Όταν ελέγχεις τις εναλλακτικές λύσεις εξυπηρετείς δύο σκοπούς: να μη φανεί ότι είσαι ο κάτοχος της δύναμης και ο εκτελεστής της τιμωρίας. […] Από την άλλη μεριά, αν περιορίσεις τις επιλογές των άλλων, μερικές φορές καταλήγεις να περιορίζεις και τις δικές σου. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες σε συμφέρει να επιτρέψεις στους αντιπάλους σου ένα μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας: Καθώς τους παρακολουθείς να λειτουργούν, σου δίνονται πολλές ευκαιρίες να κατασκοπεύσεις, να συγκεντρώσεις πληροφορίες και να σχεδιάσεις τις απάτες σου. Ο τραπεζίτης του 19ου αιώνα, Τζέιμς Ρόθτσαϊλντ, προτιμούσε την ακόλουθη μέθοδο: Ένοιωθε πως αν προσπαθούσε να ελέγξει τις κινήσεις των αντιπάλων του, θα έχανε την ευκαιρία να παρατηρήσει τη στρατηγική τους και να σχεδιάσει μια πιο αποτελεσματική στρατηγική. Όσο πιο πολλή ελευθερία τους επέτρεπε άμεσα, τόσο πιο βίαια θα μπορούσε να ενεργήσει εναντίον τους μακροπρόθεσμα» (για τον πολύ σκοτεινό ρόλο που έπαιξε, και παίζει ακόμη, η δυναστεία των Ρόθτσαϊλντ και Ρόκφελερ σε βάρος της ανθρωπότητας απαιτείται αυτοτελής ανάλυση).

H παραπάνω ανάλυση του Greene συνδυάζεται περίφημα με όσα έγραφε ο Έριχ Φρομ στο εξαιρετικό βιβλίο του «Πέρα από τα δεσμά της αυταπάτης. Η γνωριμία μου με τον Μαρξ και τον Φρόυντ» (μτφ.: Μ. Κορνήλιου, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1977, σελ. 128 επ.), γραμμένο το 1962. Ο Γερμανός καθηγητής εφιστούσε την προσοχή του αναγνώστη στις ασυνειδητοποίητες δυνάμεις που κατευθύνουν την ανθρώπινη συνείδηση, με άλλα λόγια τους αντικειμενικούς παράγοντες που βρίσκονται πίσω από την πλάτη του και καθορίζουν τις σκέψεις, τα αισθήματα και εμμέσως τις πράξεις του.

Χρησιμοποιώντας ορολογία κουκλοθεάτρου, ο Φρομ αποδίδει τον πυρήνα της σκέψης του Φρόυντ γράφοντας τα εξής: «Ο άνθρωπος, ο τόσο περήφανος για την ελευθερία του να σκέφτεται και να κάνει την εκλογή που νομίζει, είναι, στην πραγματικότητα, μια μαριονέτα που κινείται από νήματα πίσω απ’ αυτόν και πάνω απ’ αυτόν που, με τη σειρά τους, κινούνται από δυνάμεις άγνωστες στο συνειδός τουΓια να δημιουργήσει στον εαυτό του την αυταπάτη ότι ενεργεί σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή του, ο άνθρωπος επινοεί ορθολογικές φαντασιώσεις, που τον κάνουν να πιστεύει ότι κάνει εκείνο που πρέπει να κάνει, επειδή έχει αποφασίσει ο ίδιος έτσι, για ορθολογικούς ή ηθικούς λόγους».

Αντιστοίχως και ο Σπινόζα, σημειώνει ο Φρομ, διακήρυξε ότι οι άνθρωποι «έχουν συνείδηση των επιθυμιών τους, αλλά αγνοούν τους παράγοντες που καθορίζουν αυτές τις επιθυμίες». Κατά τον Σπινόζα, «η ίδια η ύπαρξη αγνώστων στον άνθρωπο δυνάμεων καθοριστικών της βούλησής του αποτελεί τη δουλεία του».

Αλλά και ο Μαρξ, συνεχίζει ο Φρομ, «πίστευε ότι η ανθρώπινη συνείδηση είναι στο μεγαλύτερο βαθμό “σφαλερή συνείδηση”. Ο άνθρωπος πιστεύει ότι οι σκέψεις του είναι αυθεντικές, ολότελα δικές του, προϊόν της δραστηριότητας της δικής του σκέψης, ενώ, στην πραγματικότητα, καθορίζονται απ’ τις αντικειμενικές δυνάμεις που δρουν πίσω απ’ την πλάτη του».

Ο Φρομ καταλήγει: «Στη φροϋδική θεωρία, οι αντικειμενικές αυτές δυνάμεις αντιπροσωπεύουν φυσιολογικές και βιολογικές ανάγκες. Στη μαρξιστική θεωρία αντιπροσωπεύουν τις κοινωνικές και οικονομικές ιστορικές δυνάμεις που διέπουν την ύπαρξη και, επομένως, έμμεσα, και τη συνείδηση του ατόμου».

Με αφορμή τον προπεριγραφέντα νόμο του Greene, αλλά και την σχετική ανάλυση του Φρομ, αξίζει να τεθεί το εξής ερώτημα προς εκείνους που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους ότι την Κυριακή των εκλογών δεν πρέπει να πάμε στην εκκλησία ή/και για μπάνιο στην θάλασσα αλλά πρέπει να σπεύσουμε στην κάλπη ρίχνοντας την αντισυστημική μας ψήφο:

Άραγε, αυτοί οι –ας τους ονομάσουμε έτσι– «αντι-αποχίτες» θα καταδέχονταν να κάτσουν στην ίδια ροτόντα με χαρτοκλέφτες και να παίξουν μαζί τους πόκερ; Θα καταδέχονταν να γίνουν μαριονέτες του εκλογικού κουκλοθεάτρου και να κινεί τα νήματά τους ο υποκρυπτόμενος «αόρατος μαριονετίστας» που επινόησε το κόλπο της κάλπικης κάλπης για να καλλιεργήσει στις μαριονέτες την ψευδαίσθηση της αυτόνομης επιλογής τους;  

Ίσως πολλοί από τους «αντι-αποχίτες», μολονότι θα έβλεπαν ότι η ορθή απάντηση είναι αυτονόητα αρνητική, θα απαντούσαν καταφατικά, αλλά θα δυσκολεύονταν να την τεκμηριώσουν. Αν, όμως, είχαν διαβάσει το βιβλίο του Φρομ, θα ήξεραν γιατί είναι ορθή η καταφατική απάντηση.

Μεταξύ των άλλων εμποδίων που δεν επιτρέπουν σε ορισμένα αισθήματα να φθάσουν στην συνείδηση, είναι και τα λεγόμενα κοινωνικά ταμπού «που χαρακτηρίζουν ορισμένες ιδέες και ορισμένα συναισθήματα σαν ακατάλληλα, απαγορευμένα, επικίνδυνα πράγματα και, γι’ αυτό, ούτε και στο επίπεδο της συνείδησης δεν τους επιτρέπουν να φτάσουν» (ό.π., σελ. 152). «Είναι δυνατό», αναρωτιέται ο Φρομ, «να λείπει απ’ τους περισσότερους πολίτες η φυσική νοημοσύνη, ώστε να μη βλέπουν πόσο ανίκανοι είναι πολλοί απ’ τους ηγέτες τους –άσχετα με το πώς ανέβηκαν στην κορυφή– να εκπληρώνουν την αποστολή τους;» (ό.π., σελ. 154).

Ακολουθεί ευθύς αμέσως η αποστομωτική απάντηση: «Τι θα γινόταν όμως η κοινωνική συνοχή κι η ενιαία δράση, αν τέτοια πράγματα γίνονταν συνείδηση σε περισσότερους από μια μικρή μειοψηφία; Διαφέρει μήπως απ’ αυτή την άποψη σε τίποτα η πραγματικότητα απ’ αυτό που συμβαίνει με τον γυμνό αυτοκράτορα στο παραμύθι του Άντερσεν; Μ’ όλο που ο αυτοκράτορας είναι ολόγυμνος, λίγα παιδιά μόνο το προσέχουν, ενώ όλοι οι άλλοι άνθρωποι μένουν με την πεποίθηση ότι ο αυτοκράτορας φοράει πραγματικά μια λαμπρή καινούργια φορεσιά».

Ο Φρομ συμπληρώνει (ό.π., σελ. 155): «Σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, με εξαίρεση μερικές πρωτόγονες κοινωνίες, το τραπέζι στρωνόταν πάντα για ελάχιστους, ενώ για τη μεγάλη πλειονότητα δεν έμεναν παρά τα ψίχουλα. Αν η πλειονότητα συνειδητοποιούσε ότι την εξαπατούσαν, θα φούντωνε ίσως μια αγανάκτηση που θα έθετε σε κίνδυνο το καθεστώς. Γι’ αυτό, τέτοιες σκέψεις έπρεπε ν’ απωθούνται και, όσοι δεν τις απωθούσαν αρκετά, κινδύνευαν να χάσουν τη ζωή τους ή την ελευθερία τους».

Εν συνεχεία, ο Φρομ εμπλουτίζει τον μηχανισμό της απώθησης της αλήθειας αναφερόμενος στον φόβο της απομόνωσης και του εξοστρακισμού (ό.π., σελ. 159): «Ο άνθρωπος σαν άνθρωπος φοβάται την τρέλα, ακριβώς όπως ο άνθρωπος σαν ζώο φοβάται τον θάνατο. Ο άνθρωπος, για να είναι υγιής διανοητικά, έχει ανάγκη από σχέσεις κι επαφές, από ενότητα με τους άλλους ανθρώπους. Η ανάγκη αυτή, να είναι ένα με τους άλλους, αποτελεί το ισχυρότερο πάθος του, πάθος ισχυρότερο απ’ το σεξουαλικό και, συχνά, κι απ’ αυτή ακόμη την επιθυμία να ζει. Ο φόβος αυτός, της απομόνωσης και της αποξένωσης, και όχι ο φόβος του “ευνουχισμού”, είναι εκείνος που αναγκάζει τους ανθρώπους να απωθούν απ’ τη συνείδηση ό,τι είναι ταμπού, επειδή, αν επέτρεπαν στα ταμπού να επιπλεύσουν στη συνείδησή τους, θα σήμαινε ότι είναι πλάσματα διαφορετικά, ξεχωριστά, πλάσματα επομένως που πρέπει να “εξοστρακιστούν”Για το λόγο αυτό, το άτομο πρέπει να κλείνει τα μάτια, για να μη βλέπει εκείνο που η κοινωνική του ομάδα ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ή για να δέχεται σαν αλήθεια ό,τι δέχεται η πλειονότητα σαν αλήθεια, ακόμα κι αν τα δικά του μάτια τον βεβαιώνουν ότι είναι ψέμα. Η ομάδα έχει τόσο ζωτική σημασία για το άτομο, ώστε οι αντιλήψεις της, τα αισθήματά της, οι πεποιθήσεις της ν’ αποτελούν γι’ αυτό, το άτομο, πραγματικότητα, πολύ πιο “αληθινή” πραγματικότητα απ’ αυτήν που του αποκαλύπτουν οι αισθήσεις του και το λογικό του» (επ’ αυτού πρβλ. και Βαθιώτη, Από την τρομοκρατία στην πανδημία, ό.π., σελ. 533, υποσ. 1476).

Στο σημείο αυτό, ο Φρομ πλάθει μια υπέροχη παρομοίωση: «Όπως ακριβώς για τον υπνωτισμένο η φωνή και τα λόγια του υπνωτιστή του παίρνουν τη θέση της πραγματικότητας, έτσι και το κοινωνικό πρότυπο αποτελεί πραγματικότητα για τους περισσότερους ανθρώπους».

Συνεπώς, «όσα ο άνθρωπος θεωρεί αληθινά, πραγματικά, υγιή, είναι τα “κλισέ” που δέχεται η κοινωνία του· και, πολλά απ’ όσα δεν συμβιβάζονται μ’ αυτά τα κλισέ, αποκλείονται απ’ τη συνείδηση, μένουν στο ασυνείδητο. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην το πιστεύει –ή να μην το απωθεί– ο άνθρωπος, όταν απειλείται, απροκάλυπτα ή συγκαλυμμένα, με αποξένωση, με εξοστρακισμό. […] Θέλω να προσθέσω ότι, για τους περισσότερους ανθρώπους, η ταυτότητά τους είναι ακριβώς ριζωμένη στον κομφορμισμό τους, στην προσαρμογή τους στα κοινωνικά κλισέ. Είναι” εκείνοι που πρέπει αναγκαστικά να είναι, αφού ο φόβος της αποπομπής εμπεριέχει και τον φόβο να χάσουν την ταυτότητά τους. Ο συνδυασμός των δύο αυτών φόβων ασκεί πανίσχυρη επίδραση πάνω τους».

5. Το παράδειγμα της βρύσης και η θεωρία της μολύνσεως

Το ακόλουθο παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό για να εξουδετερώσει και την παραμικρή αμφιβολία περί της ορθότητας της σκέψης ότι, όταν η εξουσία έχει καταληφθεί από ένα δικτατορικό καθεστώς, είναι καθαρός παραλογισμός να τρέφει ο πολίτης εμπιστοσύνη προς τους δικτάτορες ότι από την κάλπη που στήνουν πρόκειται να βγει ένα καθαρό και αδιάβλητο αποτέλεσμα:

Ποιος έμφρων εκδρομέας που μετά από πολύωρη πεζοπορία διψά για λίγο νερό θα δεχόταν να πιει από την βρύση, όταν γνωρίζει άριστα ότι το νερό που καταλήγει στα σχηματιζόμενα ρυάκια είναι μολυσμένο;

Τα ρυάκια είναι όλα τα επιμέρους (αντισυνταγματικά) έργα της κυβέρνησης που βοούν ότι ανήκει στην κατηγορία των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Η βρύση από την οποία τρέχει το μολυσμένο νερό είναι η εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη του κόμματος εκείνου που ο λαός θέλει να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας.

Δυστυχώς, σε ένα δικτατορικό καθεστώς ο μηχανισμός της βρύσης ελέγχεται πλήρως από τα γρανάζια της δικτατορίας και όχι από τους εκδρομείς που ανοιγοκλείνουν την στρόφιγγα της βρύσης. Συνεπώς, όποιο κόμμα κι αν ψηφίσουν οι επίδοξοι ψηφοφόροι, πολλοί εκ των οποίων αυτήν την στιγμή διψούν για μια ριζική αλλαγή του τετριμμένου και παλαιομοδίτικου πολιτικού σκηνικού, οι κυρίαρχοι του μηχανισμού θα έχουν φροντίσει η βρύση να ξεβράσει το μολυσμένο νερό που θα εξυπηρετεί τους πραγματικούς λόγους ύπαρξης της βρύσης.

Αν, όμως, φθάναμε σε ένα σημείο όπου κανένας εκδρομέας δεν θα καταδεχόταν να ανοίξει την βρύση και να πιει νερό, τότε η βρύση θα σκούριαζε και πλέον ο λόγος ύπαρξής της θα εξέλειπε!

Η αχίλλειος πτέρνα της παραπάνω παραβολής είναι ότι περιγράφει από αμιγώς ορθολογική σκοπιά την επιτακτική ανάγκη να προστατευθούν οι πολίτες από το μολυσμένο νερό αποφεύγοντας τη βρύση, και έτσι αφήνει αθέατη την δυσκολία τους να αποφασίσουν με ορθολογικά κριτήρια. Λόγω των διαρκών επιθέσεων που δέχονται συστηματικώς τα τελευταία χρόνια από την μισάνθρωπη κρατική εξουσία, οι πολίτες δεν μοιάζουν με νηφάλιους εκδρομείς αλλά περισσότερο με εξουθενωμένους πεζοπόρους μιας απέραντης ερήμου, οι οποίοι μέσα στην απόγνωσή τους είναι έτοιμοι να πιουν απ’ όποιο τρεχούμενο νερό θα κυλούσε αίφνης μπροστά τους, απωθώντας στο υποσυνείδητό τους το ενδεχόμενο να είναι το νερό αυτό μη πόσιμο. Άρα εδώ ισχύει η παροιμία: Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.

6. Γιατί καθιερώθηκε ο θεσμός των εκλογών: Η εξημέρωση του εξαγριωμένου όχλου

Όποιος θέλει να μάθει ποιοι είναι αυτοί οι λόγοι, θα πρέπει να μελετήσει την ιστορία του κοινοβουλευτισμού και, ειδικότερα, της καθιέρωσης της καθολικής ψηφοφορίας. Αν το κάνει αυτό, θα διαπιστώσει προς μεγάλη του έκπληξη ότι στην πραγματικότητα οι εκλογές είναι ένας ύπουλος μηχανισμός που στοχεύει στην εξημέρωση του εξαγριωμένου όχλου.

Όπως σημειώνει ο Hermet (Η δημοκρατία, ό.π., σελ. 32): «Αν οι Γάλλοι κατέκτησαν τα πρωτοτόκια της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, αυτό έγινε με τρόπο παράδοξο: η καθολική ψηφοφορία, που συμπεριλήφθηκε στο σύνταγμα της Δεύτερης Δημοκρατίας με μοναδικό σκοπό να καταπνίξει τη φλόγα της εξέγερσης του 1848, πολύ γρήγορα εμφανίστηκε ως πολύ πιο αποτελεσματικό φράγμα κατά της επαναστατικής ανατροπής απ’ ό,τι οι στρατιωτικές δυνάμεις».

Αλλά και «στις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές βιομηχανικές χώρες, αργά ή γρήγορα, επιβεβαιώθηκε ότι, αντί να λειτουργήσει ως Δούρειος Ίππος της μεγάλης κοινωνικής παλίρροιας, όπως πίστευε ο Μαρξ, η καθολική ψηφοφορία έθεσε τέλος στην εποχή των βίαιων λαϊκών εξεγέρσεων και τις υποκατέστησε μ’ έναν αριθμητικό μηχανισμό ειρηνικής διευθέτησης των αντιπαραθέσεων που, θεωρώντας τις ανισότητες αναπόφευκτες, προσπαθούσε απλώς να τις καταστήσει ανεκτές» (Hermet, ό.π., σελ. 33).

O Γάλλος Πολιτειολόγος συμπλήρωνε ότι «ως τίμημα της μετάβασής του από την κατάσταση του υπηκόου του βασιλιά σε εκείνη του συμβολικού κυρίαρχου του ίδιου του εαυτού του, επιβλήθηκε στο λαό το καθήκον να αισθάνεται ότι ανήκει σε μια χώρα υποταγμένη σε μια κεντρική κυβέρνηση, η οποία κυριαρχεί εν ονόματί του πάνω σε ένα σταθερό και θεωρητικά φυσικό έδαφος. […] Το γεγονός μάλιστα του εκδημοκρατισμού ενός προϋπάρχοντος κράτους, της επιθυμίας να μετατρέψουν τους υπηκόους του, οι οποίοι μέχρι τότε καλούνταν να υποτάσσονται σε μια ελέω Θεού βούληση, σε πολίτες πεπεισμένους ότι οι κυβερνήσεις του δεν “βασίλευαν” παρά με τη δική τους συγκατάθεση, συνεπαγόταν αυτή την επανεκπαίδευση» (ό.π., σελ. 78).

7. Η ψήφος ως «εκλογικό έγκλημα συσσώρευσης» και η αντίρροπη λογική της αποχής

Η συμμετοχή των ψηφοφόρων στις εκλογές διέπεται από την ίδια συνεργατική λογική η οποία καθορίζει όλες τις καλές πράξεις που καλούμαστε ανά περιόδους να τελέσουμε εκδηλώνοντας πνεύμα αλληλεγγύης.

Το μυστικό της επιτυχίας τέτοιων συλλογικών δράσεων κατ’ αρχήν αγαθού σκοπού, όπως είναι π.χ. η αιμοδοσία ή ο εμβολιασμός (με αποτελεσματικά και ασφαλή εμβόλια), δεν βρίσκεται, βεβαίως, στην μεμονωμένη πράξη αλλά στην πολλαπλασιαστική δυναμική της: η συσσώρευση πολλών μεμονωμένων πράξεων επιφέρει το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Η παροιμία που ταιριάζει εδώ είναι: «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι».

Όταν, όμως, αυτή η δυναμική έχει αρνητικό πρόσημο, τότε στο Ποινικό Δίκαιο μιλάμε για «εγκλήματα συσσώρευσης», τα οποία διαπράττονται όχι μόνο σε βάρος του περιβάλλοντος (με αυτά συνδυάσθηκε πρωτογενώς η λογική της συσσώρευσης: 1 σταγόνα πετρελαίου σε έναν θαλάσσιο κόλπο είναι αμελητέα, 1.000+ σταγόνες από διάφορα σκάφη γίνονται πετρελαιοκηλίδα), αλλά και σε βάρος της δημόσιας υγείας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα εγκλήματος συσσώρευσης αποτελεί και η τιμώρηση πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών: Το αξιόποινο της κατοχής και απόκτησης ακόμη και πολύ μικρών ποσοτήτων κάνναβης νομιμοποιείται με την σκέψη ότι αυτή η πράξη συμβάλλει στην ύπαρξη των παράνομων αγορών και, συνακολούθως, στις επιβλαβείς συνέπειές της (επ’ αυτού βλ. π.χ. Βαθιώτη, Τραγικά διλήμματα στην εποχή του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”. Από την σανίδα του Καρνεάδη στο “Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού”, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2010, σελ. 355).

Αντιστοίχως, η δύναμη της αποχής εντοπίζεται στην επιδημική-αποδομητική δυναμική της, στηρίζεται όμως στην ανάποδη λογική εκείνης που διαφημίζεται ως αναγκαία για την υλοποίηση των στόχων της υγειονομικής δικτατορίας:

Ενώ οι θιασώτες του υγειοναζισμού μάς έλεγαν ότι «κάθε εμβόλιο μετράει», γιατί έτσι μόνο μπορούσε (υποτίθεται) να χτισθεί το τείχος της ανο(η)σίας, οι θιασώτες της αποχής πρέπει να βροντοφωνάξουν το εξής σύνθημα: «Κάθε μη-ψήφος μετράει, διότι κάθε ψήφος το καθεστώς καθαγιάζει».

Επομένως, όποιος αποφασίσει να ανταποκριθεί στο προσκλητήριο της «έξυπνης δικτατορίας» και ρίξει στην κάλπη το ψηφοδέλτιο της αρεσκείας του, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι διαπράττει ένα οιονεί «εκλογικό έγκλημα συσσώρευσης», μέσω του οποίου εν τέλει νομιμοποιείται το καθεστώς της «έξυπνης δικτατορίας»: αν η ρίψη ψηφοδελτίου στην κάλπη που έχει στήσει το καμουφλαρισμένο ολοκληρωτικό καθεστώς παρομοιασθεί με εγκληματική πράξη, 1 φάκελος εντός της κάλπης είναι αμελητέος, αλλά 1.000 ή, ακόμη χειρότερα, 1.000.000 φάκελοι στέλνουν ένα σωρευτικό-ηχηρό μήνυμα επικύρωσης του καθεστώτος. Άρα, η μη ρίψη του φακέλου εντός της κάλπης είναι η επιβεβλημένη, αντικαθεστωτική παράλειψη εκ μέρους κάθε πολίτη ξεχωριστά.

Δυστυχώς, υπήρξαν κάποιοι σύγχρονοι Αντίνοες, οι οποίοι επεχείρησαν να αναποδογυρίσουν την επιδημική-αποδομητική λογική της αποχής, υποστηρίζοντας ότι η αποχή στηρίζει την δικτατορία! Αυτός είναι, προφανώς, ένας συλλογισμός που επαληθεύει την υπόνοια ότι στην εποχή μας κυριαρχεί ο Θαυμαστός Ανάποδος Κόσμος.

8. Κι αν γίνει η έκπληξη από κάποιο μικρό-πατριωτικό κόμμα;

Ακόμη κι αν κάποιο από τα λεγόμενα μικρά ή πατριωτικά κόμματα κάνει την έκπληξη, το ενδεχόμενο αυτό έχει προβλεφθεί από τον αόρατο μαριονετίστα του κΥνοβουλίου, ο οποίος θα ήταν περιχαρής αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αφού με ένα ή κάποια μικρά κόμματα-πρόβατα μέσα στην φωλιά του λύκου, το κουκλοθέατρο θα αναζωογονηθεί καλλιεργώντας ακόμη πιο πειστικά προς τους θεατές του την ψευδαίσθηση ότι «έχουμε πολυφωνία, άρα έχουμε δημοκρατία».

Πάντως, ένα πιθανό σενάριο είναι, αργά ή γρήγορα, τα καλοκάγαθα προβατάκια να αρχίσουν να μοιάζουν με τους λύκους, αφού θα συναγελάζονται μέσα στην φωλιά τους, ενθυλακώνοντας μάλιστα με το πάτημα του ποδιού τους στην Βουλή την παχυλή επιβράβευση για την είσοδό τους. Δεν θα ήταν ανέντιμο αυτοί που πληρώνονται από το δικτατορικό καθεστώς να προσπαθήσουν να το ανατρέψουν;

Αν τα πρόβατα δεν μεταλλαχθούν σε λύκους, τότε οι (λ)οικο-δεσπότες θα τα κατασπαράξουν! Ένα ολοκληρωτικό καθεστώς έχει οργανωθεί κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μπορεί να αυτοαναπαράγεται και να αποβάλλει όσους το πολεμούν.

Μάλιστα, είναι πάγια η τακτική του να μεταμφιέζει σε εχθρούς κάποια έμπιστα πρόσωπά του, τα οποία υποδύονται τους αντισυστημικούς, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως μαγνήτες που θα προσελκύσουν τα άγρια πρόβατα με ροπή αμφισβήτησης ή κατακρήμνισης του καθεστώτος. Κι όταν οι μεταμφιεσμένοι εχθροί κάνουν την βρόμικη δουλειά, μαντρώνοντας τους αμφισβητίες, θα τους παραδώσουν στους καθαρόαιμους λύκους για να τους κατασπαράξουν ή απλώς θα τους εγκαταλείψουν αφήνοντάς τους χωρίς πυξίδα μέσα στην ζούγκλα του ολοκληρωτισμού, αφού θα τους έχουν χρησιμοποιήσει για να εδραιώσουν τη θέση τους.

Δεν πρέπει, φυσικά, να λησμονούμε ότι πίσω από κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς κρύβονται κάποιες ελίτ. Στην δημιουργία διαφόρων κύκλων ελίτ, όπως είναι κυρίως η βιομηχανική, η κυβερνητική και η στρατιωτική ελίτ (ώς έναν βαθμό και η ελίτ των συνδικάτων), οι οποίες είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, αναφέρεται ο Έριχ Φρομ στο προμνημονευθέν βιβλίο του (ό.π., σελ. 137), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι δύο μεγάλες κατηγορίες ελίτ (οι «κυβερνώσες ελίτ»), δηλαδή από την μια πλευρά η καπιταλιστική και, από την άλλη πλευρά, η κομμουνιστική ελίτ, αισθάνονται και σκέφτονται με όμοιο τρόπο, όπως όμοιος είναι και ο βασικός τρόπος παραγωγής.

Ο Φρομ εφιστά την προσοχή του αναγνώστη σε μια ζοφερή αλήθεια που καθορίζει την καθημερινή ζωή των πολιτών αταλάντευτα μέχρι και σήμερα: «Η συνείδηση των μελών των ελίτ είναι προϊόν της κοινωνικής τους υπόστασης. Θεωρούν τον τρόπο οργάνωσής τους και τις αξίες που τον συνοδεύουν σαν την “καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ανθρώπου”, που κάνει να φαίνεται εύλογη αυτή η αντίληψη, εχθρεύονται κάθε ιδέα ή σύστημα που αμφισβητεί ή θέτει σε κίνδυνο το δικό τους σύστημα. Είναι κατά του αφοπλισμού, αν αισθάνονται ότι η οργάνωσή τους κινδυνεύει απ’ αυτόν, είναι καχύποπτοι κι εχθρικοί για ένα σύστημα, όπου η τάξη τους θα έδινε τη θέση της σε μια διαφορετική και νέα τάξη ιθυνόντων».

Λίγες αράδες πιο κάτω, ο Φρομ (ό.π., σελ. 138) προβαίνει σε μια διαπίστωση που μπορεί να περιέχει το κλειδί του απεγκλωβισμού της ανθρωπότητας από τον αραχνοΰφαντο ιστό των ελίτ, οι οποίες κατά την εποχή συγγραφής του βιβλίου του ήταν grosso modo η καπιταλιστική και η κομμουνιστική, ενώ σήμερα μπορεί να είναι κάποιες άλλες, που όμως διαφέρουν μόνο κατ’ όνομα, όχι όμως κατ’ ουσίαν: «Βλέπουμε ότι οι ελίτ των δύο μεγάλων συνασπισμών βρίσκονται σε μια πορεία προς τη σύγκρουσή τους και ότι είναι μεγάλες οι δυσκολίες που πρέπει να υπερπηδήσουν για να φτάσουν σε μια ρύθμιση που θα εξασφαλίσει την ειρήνη. Δε χωράει αμφιβολία ότι ένας πυρηνικός πόλεμος θα σήμαινε το θάνατο των περισσότερων απ’ τα μέλη των ελίτ με τις οικογένειές τους και την καταστροφή των περισσότερων απ’ τους οργανισμούς τους».

Άραγε, όντως η μόνη διέξοδος για τον τερματισμό της παγκόσμιας σκλαβιάς της ανθρωπότητας θα είναι ένας πυρηνικός (Γ΄ παγκόσμιος) πόλεμος; Θα επιτρέψουν οι ελίτ να ανακοπούν βιαίως τα επίσημα αποκαλυπτήρια του παγκόσμιου κυβερνήτη, τα βρομερά χνώτα του οποίου έχουν γίνει ήδη αισθητά στους επαγρυπνούντες;

IV. H προεξασφαλισμένη αποτυχία της αποχής

Ότι, βεβαίως, δεν υπάρχει περίπτωση το ποσοστό εκείνων που θα απέχουν να φθάσει το ποσοστό εκείνων που εμβολιάσθηκαν και άρα ότι η αποχή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο. Οι βασικοί λόγοι είναι οι εξής δύο:

A. Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός ανήκει στους κατέχοντες και όχι στους απέχοντες

Πρώτον, ο προπαγανδιστικός ιστός ανήκει στους κατέχοντες και όχι στους απέχοντες. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ιδίως του ελληνικού, ξημεροβραδιάζεται μπροστά σε έναν τηλεοπτικό δέκτη, ο οποίος βομβαρδίζει συστηματικά και ύπουλα το μυαλό των τηλεθεατών που, όταν θα έρθει η ώρα να ψηφίσουν, θα νομίζουν ότι επιλέγουν αυτόνομα τον ηγέτη και το κόμμα της αρεσκείας τους, ενώ η απόφασή τους θα έχει ετεροκαθορισθεί από την καθημερινή τηλεοπτική πλύση εγκεφάλου.

Σε αυτήν την πλύση εγκεφάλου οι πολίτες εκτίθενται οικειοθελώς, εκτός κι αν δεχθούμε ότι η τηλεόραση είναι ένα οιονεί ναρκωτικό, στον οποίο ο τηλεθεατής εθίζεται αναπόδραστα. Εν αντιθέσει, μάλιστα, προς ό,τι ισχύει για τα κατά κυριολεξίαν ναρκωτικά που αποτελούν μάστιγα πρωτίστως για την νεολαία, το μεταφορικώς νοούμενο τηλε-ναρκωτικό πλήττει πρωτίστως τις μικρές και τις μεγάλες ηλικίες. Πολλοί εξ αυτών, ιδίως όταν ζουν μόνοι τους, αναπληρώνουν το έλλειμμα της συντροφιάς, ανάβοντας την τηλεόραση αμέσως μόλις ξυπνήσουν ή μόλις μπουν στο σπίτι, αρνούμενοι να την κλείσουν ακόμη κι όταν πηγαίνουν για ύπνο.

Κανένα, όμως, από τα περισσότερο ή λιγότερο συστημικά κανάλια ούτε υποστηρίζει ούτε πρόκειται ποτέ να υποστηρίξει την λογική της αποχής, αφού αυτό θα σήμαινε ότι οι καναλάρχες τολμούν να υπονομεύσουν έναν δαιδαλώδη εξουσιαστικό μηχανισμό (με αιχμή του δόρατος την τηλεοπτική προπαγάνδα), ο οποίος τους επιτρέπει να πλουτίζουν. Γι’ αυτό και ο συρφετός των δημοσιογράφων, των καλλιτεχνών, των ειδικών της ιατρικής και της νομικής επιστήμης κ.λπ. συντάσσεται πάντοτε με το κυρίαρχο ρεύμα, ευλογώντας τα «νεοταξίτικα γένια» του συστήματος.

Ότι τα ΜΜΕ είναι η «μηχανή της προπαγάνδας του παρόντος Συστήματος», ότι «εξαρτώνται από το Σύστημα για να επιβιώσουν και έτσι του προσφέρουν όλη την υποστήριξη που μπορούν» και εν τέλει ότι «συμβάλλουν καταλυτικά στον εγκλωβισμό της σκέψης μας, επειδή και η δική τους σκέψη είναι εγκλωβισμένη» επισημαίνεται από τον David Icke (ό.π., σελ. 317/318), ο οποίος μας πληροφορεί ότι «αναμφίβολα, οι μυστικές υπηρεσίες, όπως είναι η C.I.A., διαθέτουν την τεχνολογία και χρησιμοποιούν τους τηλεοπτικούς σταθμούς για να στέλνουν μηνύματα στο υποσυνείδητό μας, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε εμείς ή ακόμη και ο ίδιος ο τηλεοπτικός σταθμός».

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ακόλουθο (Icke, ό.π., σελ. 320/321): «Το 1994 ένας πολωνικός ραδιοφωνικός σταθμός άρχισε να εκπέμπει στη συχνότητά του έναν ανεπαίσθητο ήχο για να διώχνει τα κουνούπια από τα σπίτια που ήταν συντονισμένα στο σταθμό αυτό. Απ’ ό,τι φάνηκε, ο συγκεκριμένος ήχος ήταν πολύ αποτελεσματικός, όμως χιλιάδες ακροατές άρχισαν να παραπονιούνται ότι αυτός ο ήχος τρέλανε τις γάτες τους».

Ο Icke προειδοποιούσε ήδη πριν από τριάντα περίπου χρόνια: «Αν μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο σε έντομα και γάτες, σίγουρα μπορούν και σε ανθρώπους. […] Αν συνειδητοποιούσατε τι σχεδιάζει για σας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης η Νέα Παγκόσμια Τάξη, θα σας στεκόταν ένας κόμπος στον λαιμό!».

B. Εν αναμονή των νέων τσοπάνηδων: Η αβάσταχτη βαρύτητα της ελευθερίας

Δεύτερον, η συμπαγής πλειοψηφία είναι παιδιόθεν εκ του συστήματος εκπαιδευμένη να λειτουργεί με ρουσφετολογικά αντανακλαστικά και κριτήρια καλοπέρασης, αναμένοντας πάντοτε από τσοπάνηδες να καθοδηγήσουν πατερναλιστικά τα καλοκάγαθα πρόβατα προς τον «σωστό» δρόμο.

Οι προβατόμορφοι μαζάνθρωποι δεν αντέχουν να σηκώσουν ατομικά το βάρος της ελευθερίας που τους δόθηκε ως πολύτιμο δώρο από τον Δημιουργό τους. Παραφράζοντας (και αντιστρέφοντας) τον τίτλο του βιβλίου του Κούντερα «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την «αβάσταχτη βαρύτητα της ελευθερίας» του ανθρώπου. Επομένως, ισχύει ό,τι είχε επισημάνει ο Ντοστογιέφσκι στην διαχρονική αλληγορία του Μεγάλου Ιεροεξεταστή από το ογκώδες μυθιστόρημά του «Αδελφοί Καραμάζοφ».

Το μόνο, δηλαδή, που θέλει ο λαός είναι να έρθει να καταθέσει την ελευθερία του στα πόδια των εκλεκτών αρχόντων και να τους πει: «Κάντε μας σκλάβους, μα χορτάστε μας» (Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, μτφ.: Άρ. Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 2015, σελ. 42).

Κι αν οι άρχοντες αυτοί δεχθούν να ικανοποιήσουν το αίτημά τους, τότε οι «ευτυχισμένοι σκλάβοι» θα τους προσκυνήσουν όλοι μαζί, υπακούοντας στην ανάγκη της «γενικής λατρείας».

Γ. Από τον Ντοστογιέφσκι στον ψυχίατρο Τόμας Σαζ

Σκεπτόμενος ομόρροπα, ο Αμερικανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής ουγγρικής καταγωγής Thomas Szasz (Τόμας Σαζ) στο βιβλίο του «Αιρετικά» (μτφ.: Α.-Α. Τσέγκου, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2006, σελ. 64) σημείωνε:

«Δουλεία είναι το να πρέπει να παίξεις σ’ ένα έργο που έχει γράψει κάποιος άλλος·ενώ ελευθερία είναι το να γράψεις το δικό σου έργο.Μιας και οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν ούτε καν να συλλαβίσουν, θεωρούν ότι το να γράψεις ένα θεατρικό έργο είναι στόχος δυσεπίτευκτος, γι’ αυτό και προτιμούν να παίζουν έναν ρόλο στο έργο κάποιου άλλου παρά να μην παίζουν καθόλου».

Λίγες σελίδες πιο κάτω (ό.π., σελ. 69), ο Sazs αναφέρεται και πάλι στην «απροθυμία των ανθρώπων να καταλάβουν και να αναγνωρίσουν τη σκοτεινή τυραννία αυτών που οι ίδιοι έχουν επιλέξει για να τους κυβερνούν», ενώ μιλά και «για την τυραννία της ίδιας της συνείδησής τους, κατ’ εντολήν της οποίας “οι ελεύθεροι άνθρωποι” απαλλάσσονται από το βάρος μιας ελευθερίας την οποία είναι αδύναμοι να αντέξουν».

Αλλά και ο Πασκάλ Μπρυκνέρ στο βιβλίο του «Ο πειρασμός της αθωότητας» (μτφ.: Λ. Αβαγιανού, εκδ. Αστάρτη, 2η έκδ., Αθήνα 1995, σελ. 50), επαναφέροντας το περίφημο ερώτημα του Στεντάλ «γιατί στον σύγχρονο κόσμο οι άνθρωποι δεν είναι ευτυχισμένοι», απαντά: «επειδή έχουν απελευθερωθεί από όλα και αντιλαμβάνονται πως η ελευθερία είναι αβίωτη. Ενώ η απελευθέρωση έχει ένα είδος επικού και ποιητικού μεγαλείου όταν μας απολυτρώνει από την καταπίεση, η ελευθερία μας βασανίζει με τις απαιτήσεις της».

Τέλος, ο Sazs προβαίνει σε μια άκρως επίκαιρη διαπίστωση που αφορά το ντουέτο πολιτικών και ιατρών (ό.π., σελ. 73): «Για να αποφύγουν το βάρος που συνεπάγεται ο αυτοέλεγχος, οι λαοί προσλαμβάνουν πολιτικούς για να κουτσουρέψουν τα δικαιώματά τους και γιατρούς για να κουτσουρέψουν τα σώματά τους. Όταν συνειδητοποιήσουν τη βαρύτητα των τραυματισμών αυτών, οι λαοί και τα άτομα, συνήθως, ούτε και τότε αναλαμβάνουν τον αυτοέλεγχό τους· αντιθέτως προλαμβάνουν κι άλλους πολιτικούς και γιατρούς και υποβάλλουν τους εαυτούς τους σε σοβαρότερους ακρωτηριασμούς· και όλα αυτά με τη μάταιη ελπίδα ότι μπορούν να “εξαγνίσουν” τους εαυτούς τους απορρίπτοντας το “μίασμα” της αυτονομίας και διαπράττοντας ένα είδος πολιτικής ή φυσικής αυτοκτονίας».

V. Απέχω, άρα υπάρχω!

Ενόψει των ανωτέρω, η αποτυχία της αποχής είναι δεδομένη, αφού η τηλεδιασωληνωμένη «συμπαγής πλειοψηφία» εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι και σήμερα με τον τρόπο που επισημαινόταν από τον Ντοστογιέφσκι και τον Σαζ: Κάθε οθονόπληκτο μέλος της δεν επιθυμεί να είναι κυρίαρχο του εαυτού του, υπηρετώντας τις επιταγές της συνείδησής του, αλλά εκχωρεί το πηδάλιο του μυαλού και της ψυχής του σε διαχειριστές που αυταπατάται ότι θα τον κυβερνήσουν σύμφωνα με την βούλησή του και, πάντως, προς το συμφέρον του.

Μάλιστα, αυτή η αυτοεξαπάτηση είναι κολοσσιαίων διαστάσεων για τους Έλληνες, αν σκεφθεί κανείς με ποιον μισάνθρωπο και κτηνώδη τρόπο έχουν συμπεριφερθεί οι (ανθ)ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων ετών στους πολίτες: Τους ξεπουπουλιάζουν με μνημόνια, τους καίνε ζωντανούς με πυρκαγιές, τους σκοτώνουν με σύριγγες και βαγόνια, αλλά εκείνοι εξακολουθούν και πιστεύουν ότι οι διαχειριστές τους θα φροντίσουν να κάνουν ό,τι επιτάσσεται «για το καλό τους».

Όποιοι, όμως, έχουν κατανοήσει τους κανόνες του στημένου παιχνιδιού και έχουν αποκρυπτογραφήσει τις πονηρές προθέσεις του «εκλογικού σκηνοθέτη», δεν είναι δυνατόν να καμφθούν από την προεξοφλημένη «αποτυχία της αποχής» και να μεταμορφωθούν σε «μαριονέτες του κουκλοθεάτρου», αφού αυτό θα ισοδυναμούσε με μια ταπεινωτική ήττα της ανεξάρτητης και αφυπνισμένης συνείδησής τους.

Μπορεί, όπως σημειώθηκε παραπάνω, οι περισσότεροι άνθρωποι να αντλούν την ταυτότητά τους από το «ανήκειν σε ένα κοινωνικό κοπάδι», υπάρχουν όμως και κάποιοι άλλοι που δεν κυριαρχούνται από τον φόβο της αποξένωσης ή του εξοστρακισμού τους από την κοινωνική τους ομάδα, αλλά –όπως έξοχα παρατηρεί ο Φρομ (ό.π., σελ. 160)– από τον φόβο να αποξενωθούν «απ’ την ανθρώπινη υπόστασή του[ς] που υπάρχει μέσα του[ς] κι εκφράζεται απ’ τη συνείδησή του[ς] και τη λογική του[ς]».

Πηγή https://kvathiotis.substack.com/p/948

ηγή https://kvathiotis.substack.com/p/948

0 comments: