Ο Πόλεμος που κήρυξαν στο Ιράν ανέδειξε, πέραν όλων των άλλων, και τα κενά που έχει ο «δυτικός» λόγος όσον αφορά την ιστορία αυτής της μεγάλης χώρας και λαού.
Ο αρμενικής καταγωγής, γεννημένος στο Ιράν, Έρβαντ Αμπραχαμιάν είναι πανεπιστημιακός δάσκαλος Ιστορίας στο Baruch College Graduate και στο Center City University New York και βαθύς γνώστης της ιστορίας του Ιράν. Εδώ πραγματικά οι αναγνώστες/τριες του θα μάθουν να ξεχωρίζουν την ιστορία από τους μύθους που έχουν γραφεί γι’ αυτή τη χώρα. Μια ιστορία απαλλαγμένη από τα στερεότυπα που κυριαρχούν στον δυτικό κόσμο για μια χώρα που δήθεν το μόνο που την χαρακτηρίζει είναι οι μουλάδες και ο ισλαμικός φονταμενταλισμός.
Έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος που στην μακρόχρονη πορεία του γνώρισε πολλαπλούς εσωτερικούς ανταγωνισμούς, αυτοκρατορικές δόξες, λίγες αλλά καλές δημοκρατικές στιγμές μέχρι να καταλήξει στη σημερινή «Ισλαμική δημοκρατία». Αλλά και στην περίοδο της «Ισλαμικής δημοκρατίας» γίνονταν και σχετικώς δημοκρατικές εκλογές. Έντεκα για προέδρους και εννέα κοινοβουλευτικές. Έτσι «η ιρανική ταυτότητα έχει διαμορφωθεί όχι μόνο από την κοινή ιστορία, την κοινή γεωγραφία, την κοινή γλώσσα και την κοινή θρησκεία, αλλά και από τις κοινές εμπειρίες του πρόσφατου παρελθόντος» (σ. 298)
Η μεταμόρφωση μιας χώρας. Στο βιβλίο περιγράφεται η εντυπωσιακή μεταμόρφωση μιας χώρας, που πήρε τ’ όνομα Ιράν μόλις το 1935, από ένα εμφανώς «καθυστερημένο οικονομικά» κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα σε μια ισχυρή οικονομία στα τέλη του 20ου. Και ο λόγος αυτής της μεταμόρφωσης, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν ο μετασχηματισμός του κράτους και της κεντρικής κυβέρνησης. Μια χώρα στην οποία κατά τον 19ο αιώνα η κεντρική κυβέρνηση ήταν περιορισμένη στα αστικά κέντρα, κυρίως στην Τεχεράνη, με ελάχιστα υπουργεία και λιγοστούς δημόσιους υπαλλήλους και την οποία κυβερνούσαν η δυναστεία των Κατζάρων στο κέντρο, οι τοπάρχες και οι αρχηγοί των φυλών στην περιφέρεια. Αυτή η χώρα κατόρθωσε στα τέλη του 20ου αιώνα να αποτελεί μια πανίσχυρη περιφερειακή δύναμη. Με πόσο κόστος όμως; Με τη θυσία πολλών πολιτών, αλλά και ιερωμένων που αγωνίστηκαν για μια καλύτερη και πιο αξιοπρεπή ζωή. Ο συγγραφέας παρακολουθεί, περιγράφει και αξιολογεί τον θεσμό του σάχη, αλλά και τις μεταβολές του σιιτισμού.
Ο τελευταίος από μια απολιτική, συντηρητική και ησυχαστική θρησκεία μετασχηματίστηκε σε μια εντόνως πολιτικοποιημένη θρησκεία, η οποία εξέφρασε και τον ριζοσπαστισμό των μαζών στη σύγκρουσή τους με τις ελίτ. Με το ξέσπασμα της επανάστασης του 1979 ο σιιτισμός «μετατράπηκε δραστικά σ’ ένα άκρως πολιτικοποιημένο δόγμα που έμοιαζε περισσότερο με ριζοσπαστική ιδεολογία, παρά με ευσεβή και συντηρητική θρησκεία» (σ. 37). Στο βιβλίο όμως δεν υπάρχει μόνο η περιγραφή του δρόμου μέσω του οποίου το κράτος, με τις πιέσεις του, άλλαξε την κοινωνία, αλλά και το πώς η κοινωνία με τις αντιδράσεις της άλλαξε το κράτος. Το πώς δηλαδή το κράτος μετέτρεψε μια πατρογονική κοινωνία σε μια γραφειοκρατική κοινωνία και το πώς αντέδρασαν οι πολίτες σ’ όλα αυτά. Περιγράφει πώς από τις περσικές κοινότητες επί εποχής της δυναστείας των Κατζάρων, όπου οι τοπάρχες- προύχοντες (γαιοκτητική αριστοκρατία) λυμαίνονταν τους φόρους και τους πόρους, η χώρα πέρασε στην ιρανική κοινωνία των σάχηδων και μετά των αγιατολάχ. Πώς μια χώρα στην οποία μιλιόντουσαν έξι γλώσσες, υπήρχαν 20 μεγάλες φυλές και πολλές μικρότερες, με την πίεση της κρατικής γραφειοκρατίας και του στρατού, κατόρθωσε να φτάσει σε υψηλό βαθμό ομογενοποίησης. Αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στο ό,τι περισσότερο από το 85% αυτού του φυλετικού και εθνοτικού μωσαϊκού ήταν σιίτες.
Το 1907 έγινε το πραξικόπημα του Κατζάρου σάχη Μοχαμμάντ Αλί και ξέσπασε Εμφύλιος Πόλεμος. Το 1919 η Αγγλοπερσική Συμφωνία για τον έλεγχο των πετρελαίων όξυνε ακόμη περισσότερο τις εσωτερικές αντιπαλότητες. Το Ιράν του 1920 ήταν ένα αποτυχημένο κράτος.
Έτσι η χώρα οδηγήθηκε στην Συνταγματική Επανάσταση του 1907. Η αντίστροφη πορεία για τη δυναστεία αλλά και για την κοινωνία των Κατζάρων είχε αρχίσει. Τον δρόμο, τον είχε ανοίξει και η αγγλορωσική διαμάχη για τα πετρέλαια της χώρας. Οι Κατζάροι κυβέρνησαν με βάση την αρχή «διαίρει και βασίλευε». Ο σάχης τους όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, έμοιαζε περισσότερο με τον Γάλλο βασιλιά παρά με τον οθωμανό σουλτάνο. Οι προσπάθειες των Κατζάρων για «αμυντικό εκσυγχρονισμό» απέτυχαν. Το 1906 βρισκόμαστε στην εποχή της διεκδίκησης ενός Συντάγματος και μια εκλεγμένης εθνοσυνέλευσης (Ματζλίς-ε-Μελλί). Ήταν η εποχή ενός ατελούς δικομματισμού μεταξύ όσων ονομάζονταν Μετριοπαθείς και όσων αυτοαποκαλούνταν Φιλελεύθεροι. Αυτός ο δικομματισμός έφτασε μέχρι τη σύνταξη των λεγόμενων Θεμελιωδών Νόμων, οι οποίοι παρέμειναν τυπικά ως το 1979. Αυτός ο δικομματισμός όμως δεν ρίζωσε. Το 1907 έγινε το πραξικόπημα του Κατζάρου σάχη Μοχαμμάντ Αλί και ξέσπασε Εμφύλιος Πόλεμος. Το 1919 η Αγγλοπερσική Συμφωνία για τον έλεγχο των πετρελαίων όξυνε ακόμη περισσότερο τις εσωτερικές αντιπαλότητες. Το Ιράν του 1920 ήταν ένα αποτυχημένο κράτος.
Για αυτό φτάσαμε στην 21η Φεβρουαρίου 1921 και το πραξικόπημα του στρατηγού Ρεζά Χαν. Αυτός, στις 15 Δεκεμβρίου 1925, μετά από 4 και κάτι χρόνια, ανακηρύχθηκε σάχης και έθεσε την αρχή της δυναστείας των Παχλαβί. Σκληρός αλλά και «εκσυγχρονιστής» σε πολλά θέματα ισχυροποίησε τη γραφειοκρατία, τον στρατό και την Αυλή του. Αυτά ήταν οι πυλώνες της εξουσίας του. Εκφράζοντας τον ιρανικό εθνικισμό θεωρήθηκε συχνά μεγάλος «μεταρρυθμιστής», «εκσυγχρονιστής», ακόμη και εκκοσμικευτής, αλλά ποτέ δεν έπαψε να είναι ένας δεσποτικός ηγεμόνας.
Επί της βασιλείας του το κράτος επεκτάθηκε σε κάθε τομέα της κοινωνίας, στη δημόσια εκπαίδευση, στην οργανωμένη θρησκεία και στον τρόπο με τον οποίο θα ντύνονταν οι γυναίκες χωρίς τη μαντίλα, άλλαξε τα τοπωνύμια και την κρατική ορολογία, αποδυνάμωσε τη σαρία, κατάργησε τη διάκριση μουσουλμάνοι και μη μουσουλμάνοι, περιόρισε την εφαρμογή της θανατικής ποινής, αν και όχι στις περιπτώσεις των δικών του πολιτικών αντιπάλων, κατεδάφισε παλιά κτίρια για να κτίσει νέα. Φαίνεται πως οι προύχοντες αρχικά έχασαν τα προνόμιά τους, αλλά μακροπρόθεσμα μάλλον τα επανάκτησαν, ίσως και σε μεγαλύτερο βαθμό. Πολλοί εξ αυτών έχασαν πολλά, μερικοί και τις περιουσίες τους, αλλά σταδιακά απαλλάχθηκαν από το φόβο της αγροτικής μεταρρύθμισης, του μπολσεβικισμού και της από τα κάτω επανάστασης. Συγκρούστηκε με την κληρική αντιπολίτευση, όταν ζήτησε οι γυναίκες να μη φορούν το πέπλο ή την μαντήλα, ακόμη και την ανδρική ενδυμασία δυτικοποίησε. Όλα αυτά όμως όχι τόσο γιατί ήταν κοσμικός, αλλά γιατί ήθελε να δείξει «ποιος ήταν το αφεντικό». ΜΠΟΥΚ ΠΡΕΣΣ
Εθνικιστική στροφή: Σάχης Μοχαμμάντ Ρεζά και πρωθυπουργός Μοσσαντέκ
Ο Ρεζά Χαν Σαχ βασίλεψε μέχρι το 1941. Αναγκάστηκε να παραδώσει την εξουσία στον γιo του το 1941 κάτω από την πίεση των Βρετανών και των Σοβιετικών. Ήταν το τέλος της βασιλείας του, αλλά όχι και των Παχλαβί. Τον διαδέχθηκε ο γιoς του σάχης Μοχαμμάντ Ρεζά Παχλαβί. Αυτός ανέλαβε μεν το 1941, αλλά στην εξουσία ως κυρίαρχος σάχης πραγματικά ανήλθε μετά το πραξικόπημα του 1953 κατά του πρωθυπουργού- για μια μόνο διετία- Μοσσαντέκ. Στην περίοδο των δεκατριών ετών της μεσοβασιλείας του ο Μοχαμμάντ Ρεζά ισχυροποίησε την εθνικιστική στροφή του Ιράν. Το πολιτικό σύστημα καθόλου δεν ήταν σταθερό, αφού άλλαξε δώδεκα πρωθυπουργούς, μερικοί από δυο και τρεις φορές. Τα υπουργικά συμβούλια διαρκούσαν κατά μέσο όρο λιγότερο από πέντε μήνες και οι πρωθυπουργοί λιγότερο από οκτώ μήνες.
Ο παλιός δικομματισμός έδωσε τη θέση του στις λεγόμενες «κοινοβουλευτικές παρατάξεις» (Φρακσιούν), στις οποίες κυριαρχούσαν οι προύχοντες. Η κύρια πηγή εξουσίας των προυχόντων επανήλθε στο τοπικό επίπεδο, αν και το κεντρικό κράτος διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών εξουσιών του. Και το κοινοβούλιο (Ματζλίς) διατήρησε και αύξησε κάποιες από τις εξουσίες του. Στην περίοδο 1941-49 είχαμε την άνοδο του Σοσιαλιστικού Κινήματος και του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουντέχ, αλλά μετά το 1949 ήταν η εποχή του Εθνικιστικού Κινήματος που έφερε στην εξουσία τον Μοχαμμάντ Μοσαντέκ. Αυτός έγινε πρωθυπουργός το 1951 στηριγμένος κυρίως στα αστικά μεσοστρώματα. Η βούληση του όμως να εθνικοποιήσει τα πετρέλαια της χώρας έφερε το βρετανοαμερικανικό πραξικόπημα. Ο προοδευτικός αστός Μοσαντέκ δεν μπορούσε να γίνει ανεκτός από τα δυτικά συμφέροντα των πετρελαϊκών εταιρειών. Εδώ ο συγγραφέας, κατά την άποψή μου, κάνει την πιο σημαντική παρατήρησή του, που θέλει οι ρίζες του φονταμενταλισμού να βρίσκονται στην αντίδραση σ’ αυτό το πραξικόπημα. Γενικά ο ισλαμικός φονταμενταλισμός δεν είναι εγγεγραμμένος στο DNA της ιρανικής κοινωνίας, η οποία κακώς θεωρείται πως δεν μπορεί να αποκτήσει στοιχεία του «δυτικού πολιτισμού». Το αντίθετο ισχύει.
Η Λευκή Επανάσταση: Στρατός, γραφειοκρατία, αυλή. Και έτσι μετά το 1953 εισερχόμαστε στη λεγόμενη «Λευκή Επανάσταση» του Μοχαμμάντ Ρεζά Σαχ. Και αυτός στηρίχθηκε σε τρεις πυλώνες: Στρατό, γραφειοκρατία και αυλή. Η βασιλεία του θεωρήθηκε συνέχεια της βασιλείας του πατέρα του. Μόνο που βασίλεψαν σε εντελώς διαφορετικές εποχές. Την εποχή της ανόδου του φασισμού ο πατέρας του, την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ο γιος, την εποχή όμως και της αλματώδους ανόδου των εσόδων από τα πετρέλαια, αλλά και των εντεινόμενων εξοπλισμών, οι οποίοι είναι και το σήμα κατατεθέν κάθε πατριδοκαπηλικής πολιτικής. Υπήρξαν κοινωνικοί μετασχηματισμοί, ιδίως στην αναδιανομή του αγροτικού κλήρου, στην οργάνωση ενός καλύτερου συστήματος υγείας, και στην επέκταση των πολιτικών αλφαβητισμού. Όλα αυτά ως συνέχεια των κοινωνικών μετασχηματισμών του πατέρα του.
Ο σάχης αρεσκόταν «να παρουσιάζεται ως ειλικρινής «δημοκράτης», αποφασισμένος να «εκσυγχρονίσει» μια εξαιρετικά «παραδοσιακή κοινωνία» (σ. 213). Κι όμως και η αρχή και πολύ περισσότερο η συνέχεια ήταν η διεύρυνση του αυταρχικού κράτους, αλλά και συνάμα και της κοινωνίας των λίγων πλουσίων που αδιαφορούσαν για τη φτώχεια των πολλών. Τελικά τον Μάρτιο του 1975 ο σάχης αποφάσισε πως ήταν ο καιρός να επιβάλλει ένα μονοκομματικό κράτος. Αυτές οι εξελίξεις προκάλεσαν μεγάλες κοινωνικές εντάσεις και την αντίδραση μεγάλου μέρους της διανόησης και του κλήρου. Ήταν η αρχή του τέλος του και η αρχή της Ισλαμικής Επανάστασης.
Η Ισλαμική Επανάσταση. Από το 1977 ήταν πλέον εμφανές πως οι τρεις προαναφερθέντες πυλώνες του σάχη είχαν γίνει πλέον ανασταλτικός παράγοντας στη συνέχιση της εξουσίας του. Τι όμως θα είχε γίνει αν αυτός είχε δείξει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, αν δεν είχε προσβληθεί από καρκίνο, αν οι στρατηγοί του δεν τον είχαν αδειάσει, αν, αν, πολλά αν; Μάλλον πάλι θα είχε πέσει, ίσως πιο αργά, αλλά θα είχε πέσει. Η αντίστροφη μέτρηση γι’ αυτόν είχε αρχίσει. Πού είσαι Χέγκελ να μιλήσεις για την πανουργία της ιστορίας, αλλά και για την επανάληψη της ιστορίας ως φάρσα, γιατί σ’ αυτόν και όχι στον Μαρξ ανήκει αυτή η φράση. Ο Μαρξ την επανέλαβε, όχι όμως ως φάρσα, αλλά ως ακόμη μια νέα τραγωδία.
Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι το αν η κατάληξη της Ισλαμικής Επανάστασης οδηγούσε αναπόφευκτα στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Και ο συγγραφέας δείχνει πως αυτός μπορούσε να αποφευχθεί. Μπορεί η επανάσταση να ξέσπασε λόγω της οργής από τη διακυβέρνηση του σάχη που είχε συσσωρευτεί επί δεκαετίες, αλλά η κατάληξή της ήταν αποτέλεσμα μιας πολιτικής και ταξικής πάλης που οι «κοσμικές» δυνάμεις, αλλά και ο μετριοπαθής κλήρος, κυρίως στο πρόσωπο του αγιατολάχ Σαριανταμανταρί, συνεχιστή των ιδεών του κοσμικού Αλί Σαριατί, δεν μπόρεσαν να τη διοχετεύσουν σε «φιλελεύθερες» λύσεις.
Επικράτησε η άποψη του αγιατολάχ Χομεϊνί, υπέρ του λεγόμενου Βελαγιάτ-ε- φακίχ: Χοκουμάτ- ε- Ισλαμί (Η κηδεμονία του νομικού: Η ισλαμική κυβέρνηση ή αλλιώς όλη η εξουσία στον ανώτερο κλήρο) αντί αυτής του αγιατολάχ Σαριανταμανταρί και του πρωθυπουργού Μεχντί Μπαζαργκάν για ένα κράτος δικαίου και θρησκευτικών ισορροπιών. Και όσο και να φαίνεται περίεργο στους οπαδούς του Τραμπ, αλλά και του Μπους του νεότερου, στο Ιράν αυτή η διαμάχη παραμένει μέχρι σήμερα. Και αναφέρω και τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, επειδή αυτός έχει τεράστια ευθύνη για την ήττα του προέδρου Χαταμί. Όταν οι δυνάμεις της μετριοπάθειας υπό τον πρόεδρο Μοχαμμέντ Χαταμί έδειχναν να έχουν το πάνω χέρι στη διαμάχη για την εξουσία, αυτός με μια δήλωση του για τον «άξονα του κακού» συνέβαλε στην επικράτηση των φονταμενταλιστών στις εκλογές του 2005. Οι φονταμενταλιστές υπό τον θρησκευτικό ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, που το 1989 είχε διαδεχθεί τον Ρουχολάχ Χομεϊνί, και τον νέο πρόεδρο Αχμαντινετζάντ κυριάρχησαν μετά το 2005 στέλνοντας τα πράγματα πολλά χρόνια πίσω. Στο 1989.
Πάντως όπως δείχνουν οι κοινοβουλευτικές και προεδρικές εκλογές στη χώρα καθόλου η διακυβέρνηση στο Ιράν δεν ανήκε μόνο στους φονταμενταλιστές. Μέχρι τον πόλεμο των Τραμπ- Νετανιάχου η σύγκρουση μεταξύ των δύο πόλων ήταν διαρκώς παρούσα. Ίσως τώρα μετά από αυτόν τον πόλεμο, αντί της πτώσης του καθεστώτος, να υπάρξει η ισχυροποίηση των ακραίων ισλαμιστών. Πού είσαι Χέγκελ να μιλήσεις για την πανουργία της ιστορίας, αλλά και για την επανάληψη της ιστορίας ως φάρσα, γιατί σ’ αυτόν και όχι στον Μαρξ ανήκει αυτή η φράση. Ο Μαρξ την επανέλαβε, όχι όμως ως φάρσα, αλλά ως ακόμη μια νέα τραγωδία.
Στο βιβλίο θα βρούμε πολλά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θέση του συγγραφέα πως παρά την κυριαρχία των μουλάδων εδώ και μισό αιώνα περίπου δεν έχουμε να κάνουμε με ένα «αποτυχημένο κράτος». Αντιθέτως, κυρίως χάρη στα έσοδα από το πετρέλαιο, έχουμε να κάνουμε και με ένα κράτος που προσφέρει στους πολίτες του ένα αξιοσέβαστο βιοτικό επίπεδο: χαμηλή παιδική θνησιμότητα, αξιόλογη μακροζωία, υψηλό ποσοστό αλφαβητισμού και επιστημονικού δυναμικού, ανάμεσα και στις γυναίκες, με πρόσβαση σ’ όλα τα καταναλωτικά αγαθά που έχει στη διάθεσή του και ο μέσος δυτικός άνθρωπος. Ταυτοχρόνως όμως έχουμε να κάνουμε και με ένα τυραννικό κράτος στο οποίο έχουν επικρατήσει οι πιο σκληροί φονταμενταλιστές, αν και ακόμα πολλοί εκ των πολιτών του αντιστέκονταν σ’ αυτό. Τι θα γίνει μετά τον πόλεμο; Άγνωστο.
Βατή η μετάφραση, αν και θα ήθελε μια κάποια επιμέλεια ακόμη. Σε μια πιθανή νέα έκδοση, που την εύχομαι, καλό θα ήταν να υπάρξει και ένα Ευρετήριο Όρων. Ο ιώργος Σιακαντάρης είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Απόσπασμα από το βιβλίο. «Αυτή η καταστροφή άνοιξε το δρόμο για την τελική εμφάνιση ενός θρησκευτικού κινήματος. Με άλλα λόγια, το πραξικόπημα (του 1953) συνέβαλε στην αντικατάσταση του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού με τον ισλαμικό «φονταμενταλισμό». Σε μια εποχή ρεπουμπλικανισμού, εθνικισμού, ουδετερότητας και σοσιαλισμού, η μοναρχία του Παχλαβί είχε ταυτιστεί αναπόσπαστα και μοιραία με τον ιμπεριαλισμό, τον επιχειρηματικό καπιταλισμό και τη στενή συμμαχία με τη Δύση. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι οι πραγματικές ρίζες της επανάστασης του 1979 ανάγονται στο 1953» (σ. 201).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα . Ο Έρβαντ Αμπραχαμιάν (Ervand Abrahamian, περσικά: یرواند ابراهامیان· αρμενικά: Երուանդ Աբրահամեան· γεννημένος το 1940) είναι Ιρανοαμερικανός ιστορικός της Μέσης Ανατολής. Είναι διακεκριμένος καθηγητής Ιστορίας στο Κολέγιο Μπαρούχ και στο Μεταπτυχιακό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Πόλης της Νέας Υόρκης.
Το έργο του ασχολείται με την πολιτική καταστολή από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, καθώς και με την ιρανική πολιτική. Στις προηγούμενες δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται τα έργα The Iranian Mojahedin (1989), Khomeinism (1993) και Tortured Confessions (1999). Αναγνώστρια του περιοδικού έστειλε αυτό το άρθρο χωρίς να γνωρίζει την πηγή. Εάν γνωρίζετε την πηγή, παρακαλούμε να στείλετε το σχετικό λίνκ.

0 comments: