Για την Εκκλησία ο εθνικισμός αποτελεί αίρεση που καταδικάστηκε και διαφέρει από τον πατριωτισμό !!!
Θα προσπαθήσω να θέσω ορισμένες βασικές αρχές με τις οποίες πρέπει νομίζω να σκεπτόμαστε για τα θέματα αυτά και όχι να σχολιάσω την επικαιρότητα και τα σύγχρονα φαινόμενα εθνικισμού, φονταμενταλισμού, μισαλλοδοξίας κ.λπ. τα οποία εμφανίζονται στις χώρες της Ευρώπης και του κόσμου, της δικής μας πατρίδας ασφαλώς συμπεριλαμβανομένης. Ας δούμε το θέμα κατ’ αρχήν ιστορικά.
1. Εισαγωγικά Το 1860 προέκυψε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα, αυτό της επιθυμίας των Βουλγάρων επισκόπων να δημιουργήσουν μια Εκκλησία μόνο για Βουλγάρους, παρά το γεγονός ότι οι επαρχίες τους ανήκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ η ίδια η βουλγαρική γη αποτελούσε ακόμη τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και δεν υπήρχε τότε ανεξάρτητο βουλγαρικό κράτος. Το τελευταίο στοιχείο δεν ενδιέφερε βέβαια την Εκκλησία, ενδιέφερε όμως τους Βουλγάρους, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν τον ανεξάρτητο – αυτοκέφαλο στην εκκλησιαστική γλώσσα – αρχιερέα τους εγκατεστημένο σε κάποια πόλη συνδεδεμένη με την ιστορία τους, όπως η Αχρίδα ή το Τύρνοβο, αλλά στην ίδια την Κωνσταντινούπολη. Για πρώτη φορά η Ορθόδοξη Εκκλησία συναντούσε το φαινόμενο της συνύπαρξης δύο επισκόπων στην ίδια πόλη με την ίδια εδαφική δικαιοδοσία με μόνη διάκριση την εθνική σύνθεση του ποιμνίου. Ειρρήσθω εν παρόδω, ότι η στόχευση των Βουλγάρων ήταν τότε πολιτική. Ήταν πιο εύκολο σε ένα Βούλγαρο αρχιερέα εγκατεστημένο στην Κωνσταντινούπολη να διεκδικήσει όσο περισσότερες περιοχές μπορούσε από ότι αν ήταν εγκατεστημένος σε μια αμιγώς βουλγαρόφωνη περιοχή. Στη δεύτερη περίπτωση δύσκολα μπορούσε να διεκδικήσει περιοχές πέραν αυτών που κατοικούνταν αμιγώς από Βουλγάρους. Στην πρώτη, μπορούσε να διεκδικήσει και τις περιοχές που είχαν μικτό πληθυσμό ή που δεν κατοικούνταν από Βουλγάρους, αλλά οι Βούλγαροι εθνικιστές θεωρούσαν ιστορικά βουλγαρικές. Οι περιοχές αυτές αργότερα αποτέλεσαν διεκδίκηση των Βουλγάρων για τη δημιουργία του κράτους της μεγάλης Βουλγαρίας, όπως αυτό προέκυψε από τη βραχύβια, όπως αποδείχθηκε, συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Η αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου οδήγησε τελικά στην καταδίκη των Βουλγάρων οπαδών της εθνικής Εκκλησίας που δημιουργείτο και η κήρυξη της αυτοκέφαλης Εκκλησίας των Βουλγάρων σε σχίσμα με την υπόλοιπη Εκκλησία. Για να επιτύχει τον στόχο του το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζήτησε και πέτυχε τη σύμφωνη γνώμη των άλλων Ορθοδόξων Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, όπως και του αρχιεπισκόπου Κύπρου στη σύνοδο που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1872. Η σύνοδος, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην κήρυξη του σχίσματος, αλλά προσπάθησε να βρει την αιτία του κακού. Καταδίκασε λοιπόν τον «φυλετισμό», τον οποίο όρισε με δύο τρόπους:
Σε μια ευρύτερη προοπτική ο φυλετισμός ορίζεται ως «η λόγω φυλετικής καταγωγής και γλώσσης διάκρισις και διεκδίκησις ή εξάσκησις αποκλειστικών δικαιωμάτων παρ’ ατόμων ή ομάδων ανθρώπων ομοχώρων τε και ομοταγών».
Σε μια ειδικότερη αντίληψη φυλετισμός ήταν «η εν αυτώ τόπω συγκρότησις ιδίων φυλετικών Εκκλησιών, πάντας μεν τους ομοφύλους αποδεχομένων, πάντας δε τους ετεροφύλους αποκλειουσών και υπό μόνον ομοφύλων ποιμένων διοικουμένων, ως αξιούσι νυν οι οπαδοί του φυλετισμού».
Για να εξηγήσουμε λίγο τα πράγματα, ο δεύτερος ορισμός του φυλετισμού είναι αυστηρά εκκλησιαστικός, όπως φαίνεται και από τη νομική του θεμελίωση στον εκκλησιαστικό κανόνα που απαγορεύει την ύπαρξη δύο επισκόπων στην ίδια πόλη. Σύμφωνα με το συνοδικό κείμενο δεν είναι δυνατό να δημιουργείται μία Εκκλησία πάνω σε φυλετική βάση και να δέχεται όλα τα μέλη της μιας φυλής και να απορρίπτει τα μέλη άλλης φυλής, ούτε είναι αποδεκτό ο ποιμένας της Εκκλησίας να κατάγεται από την ίδια φυλή με το ποίμνιό του. Το ζήτημα αυτό είναι σαφώς ζήτημα κανονικού δικαίου και η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης έχει πράγματι τη βάση της στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας. Η απόφασή της, λοιπόν, είναι αδιαμφισβήτητη. Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, σημείο είναι ο πρώτος ορισμός. Η σύνοδος, σε μια ευρύτερη ανθρωπολογική προοπτική, πέρα από τα όρια του κανονικού δικαίου, καταδίκασε την αποκλειστικότητα που διεκδικούν ορισμένοι άνθρωποι έναντι των ανθρώπων, με τους οποίους συμβιώνουν πάνω στη βάση της, φυλετικής τους καταγωγής ή της ομιλούμενη γλώσσας τους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι βέβαια η ποικιλία φυλών και γλωσσών, η ποικιλία των εθνών και των παραδόσεων που ενόχλησε τη σύνοδο, αλλά η αποκλειστικότητα που διεκδικούν τα μέλη των ομάδων αυτών έναντι των μελών άλλης ομάδας. Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής ή γλώσσας που προηγουμένως συμβίωναν αρμονικά να εισέρχονται σε τροχιά σύγκρουσης. Η σύνοδος είχε προβλέψει το μέλλον με αρκετή ακρίβεια. Τα γεγονότα που ακολούθησαν το βουλγαρικό σχίσμα οδήγησαν στη δημιουργία του περιβόητου Μακεδονικού Ζητήματος που ταλαιπώρησε και συνεχίζει να ταλαιπωρεί τους βαλκανικούς λαούς.
Τι είναι έθνος. Ο όρος φυλετισμός, έτσι όπως εξηγήθηκε από τη σύνοδο του 1872, δεν σχετίζεται με τον ρατσισμό, όπως θα θεωρούσαμε με μια πρώτη ματιά. Ο όρος φυλή σχετίζεται βέβαια με τον ιταλικό όρο ράτσα ή τον αγγλικό race, αλλά στην προκειμένη περίπτωση έχουμε την αναφορά σε έναν λαό, τους Βουλγάρους, οι οποίοι συγκροτούν ένα έθνος και μάλιστα εμφανίζουν στοιχεία αποκλειστικότητας, καθώς θεωρούν τους εαυτούς κάτι ιδιαίτερο, οπότε πρέπει να έχουν δικούς τους επισκόπους, δικό τους πρώτο, δικά τους εδάφη, όπου μόνο οι δικοί τους επίσκοποι μπορούν να ασκούν την ποιμαντική ευθύνη. Με αυτόν τον τρόπο οι Βούλγαροι επιθυμούσαν, την εποχή εκείνη, να διακρίνονται από τους γείτονές τους διαφορετικής καταγωγής και μάλιστα, με βάση το στοιχείο της αποκλειστικότητας, να θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους ή ιδιαίτερους και διαφορετικούς από τους άλλους. Εδώ, όμως, τίθεται ένα βασικό ερώτημα: για ποιο λόγο η σύνοδος θεώρησε ότι θιγόταν από αυτή τη στάση ώστε την καταδίκασε και την αποκήρυξε ως αίρεση που βλάπτει το σώμα της Εκκλησίας; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να δούμε τι είναι το έθνος – και οι παράγωγοι όροι, όπως εθνικισμός και έθνος-κράτος – και τι η Εκκλησία.
Ο όρος έθνος είναι γνωστός και τον χρησιμοποιούμε πολύ συχνά. Αν προσπαθήσουμε, όμως, να τον ορίσουμε θα διαπιστώσουμε ότι είναι δύσκολο εγχείρημα. Κατ’ αρχάς, στις ευρωπαϊκές γλώσσες ο όρος προέρχεται από το λατινικό nascere που δηλώνει τη γέννηση. Άρα και ένα απλό λεξικό ορίζει το έθνος ως ένα σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται κοινά γνωρίσματα, όπως, κυρίως, η καταγωγή – που σχετίζεται με τη γέννηση ενός ανθρώπου (Έλληνας γεννιέσαι δεν γίνεσαι, κατά το πρόσφατο σύνθημα πολιτικού κόμματος) – η θρησκεία, ο πολιτισμός, η ιστορία, η γεωγραφία ή η γλώσσα. Όμως αν τα εξετάσουμε ένα-ένα θα δούμε ότι δημιουργούν δυσκολίες. Για παράδειγμα, η καταγωγή δεν μπορεί να οριστεί. Κανείς δεν ξέρει από πού καταγόμαστε φυλετικά, αφού οι περιοχές στις οποίες κατοικούμε έχουν κατοικηθεί από διάφορους λαούς στις διάφορες ιστορικές περιόδους. Αυτό βγάζει απ’ έξω και την κοινή ιστορία. Ανάλογα με την όποια καταγωγή μας έχουμε και διαφορετική ιστορία. Ούτε η θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο που ορίζει ένα έθνος αφού υπάρχουν έθνη, όπως, για παράδειγμα, οι Αλβανοί, που ασπάζονται τέσσερις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά θεωρούν τους εαυτούς τους έθνος. Η γεωγραφία δεν είναι κοινό στοιχείο, αφού οι Ισραηλίτες, για παράδειγμα, πάντοτε θεωρούσαν τους εαυτούς τους ένα έθνος, παρά το γεγονός ότι μέχρι το 1948 κατοικούσαν ταυτόχρονα σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Το ισχυρότερο κοινό στοιχείο ενός έθνους θεωρείται η γλώσσα που ορίζει ουσιαστικά και τον κοινό πολιτισμό. Υπάρχουν, όμως, λαοί οι οποίοι δεν έχουν κοινή γλώσσα και, άρα, ούτε κοινό πολιτισμό. Δεν χρειάζεται μάλιστα να ανατρέξουμε στα αφύσικα έθνη της Αφρικής για να βρούμε τέτοια παραδείγματα. Εδώ, στη γηραιά Ευρώπη, οι Ελβετοί δεν μιλούν ελβετικά, αφού τέτοια γλώσσα δεν υφίσταται. Οι περισσότεροι μιλούν γερμανικά (όπως στην πρωτεύουσα Βέρνη ή τη Ζυρίχη), επειδή η χώρα τους, στο μεγαλύτερο τμήμα της, συνορεύει με γερμανόφωνες χώρες, τη Γερμανία και την Αυστρία. Κάποιοι μιλούν γαλλικά, όπου η χώρα συνορεύει με τη Γαλλία (π. χ. Γενεύη), ενώ άλλοι μιλούν ιταλικά (π. χ. Μπελιντζόνα). Μόνο ένα ποσοστό 0,5 % του πληθυσμού μιλά τα ραιτορομανικά, μια λατινογενή γλώσσα που ομοιάζει με τα γαλλικά και μιλιέται σε ένα μόνο καντόνι της κεντρικής Ελβετίας. Καμία βέβαια από τις γλώσσες αυτές δεν θεωρείται «ελβετική». Αδιέξοδο λοιπόν; Δεν μπορούμε να ορίσουμε τι είναι έθνος; Είναι χαρακτηριστικό ότι σύγχρονες θεωρίες από τον χώρο της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και των πολιτικών επιστημών υποστήριξαν τη θέση ότι έθνη, πολύ απλά, δεν υπάρχουν και αποτελούν απλώς επινόηση ορισμένων διανοουμένων του 19ου αι. Οι επιστήμονες αυτοί συνόψισαν τη θεωρία τους στη φράση «οι εθνικισμοί και τα έθνη-κράτη γέννησαν τα έθνη και όχι το αντίστροφο».
Το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι προσπαθούμε να δούμε τα έθνη από μέσα. Να δούμε ποια είναι τα κοινά τους χαρακτηριστικά, ώστε να δώσουμε έναν ορισμό. Αφού αποτύχαμε πάει να πει πως έθνη δεν υπάρχουν. Μπορούμε, όμως, να κοιτάξουμε τα έθνη απ’ έξω, σαν να έχουμε μπροστά μας ένα παζλ και να παρατηρούμε τα διαφορετικά του κομμάτια. Τότε διαπιστώνουμε ότι τα έθνη δημιουργούνται καθώς οι διάφοροι λαοί έρχονται σε επαφή με άλλους λαούς. Κατανοούν έτσι τη διαφορετικότητά τους και προσπαθούν να την προσδιορίσουν. Άρα, δεν είναι δυνατό να προσδιορίσουμε ένα έθνος από τα χαρακτηριστικά του, αλλά από την πεποίθηση των μελών του έθνους ότι ανήκουν σε αυτό. Αυτό αρκεί. Οι αρχαίοι Έλληνες για παράδειγμα πίστευαν ότι, παρά τις διαφορετικές πόλεις-κράτη στις οποίες κατοικούσαν, ανήκαν σε ένα κοινό έθνος. Το βασικό χαρακτηριστικό του το εντόπισαν όταν ήρθαν σε επαφή με τους Πέρσες εισβολείς: ήταν ελεύθεροι, ενώ οι Πέρσες ήταν δούλοι του βασιλιά τους. Άρα εδώ μπαίνει και ένα δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό: η ελευθερία. Για να πιστεύουν οι άνθρωποι ότι ανήκουν σε κάτι πρέπει να είναι ελεύθεροι. Από εκεί και πέρα, ένα έθνος μπορεί μόνο του να κτίζει τον πολιτισμό του και από αυτόν να προκύπτουν τα κοινά χαρακτηριστικά του, όπως η γλώσσα του και κυρίως οι παραδόσεις του, οι οποίες μεταβάλλονται σε κάθε εποχή, αλλά πάντοτε χαρακτηρίζουν ένα έθνος. Γι’ αυτό ο όρος έθνος στα ελληνικά δεν έχει σχέση με τη γέννηση και την καταγωγή, αλλά με τον όρο έθος, δηλαδή τη συνήθεια. Ένας σύγχρονος Έλληνας διανοούμενος όρισε το έθνος ως δομή παραδόσεων, ως ένα κτήριο δηλαδή που κάθε του όροφος είναι μια παράδοση. Κεντρική παράδοση είναι πάντα η θρησκευτική του παράδοση, η θρησκεία του δηλαδή. Τα έθνη, με την έννοια αυτή, δημιουργούνται γύρω από τη θρησκεία τους. Αυτό δεν σημαίνει πως η θρησκευτική παράδοση δεν μπορεί να αλλάξει ή μένει πάντα σταθερή. Για παράδειγμα, το ελληνικό έθνος ήταν παγανιστικό-ειδωλολατρικό, ενώ αργότερα άλλαξε τη θρησκευτική του παράδοση, καθώς ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Κεντρική παράδοση του σημερινού ελληνικού έθνους, λοιπόν, είναι ο Χριστιανισμός και μάλιστα η Ορθοδοξία. Με βάση τον τρόπο που προτείνουμε εδώ, τα έθνη όχι μόνο υπάρχουν, αλλά είναι και αρχαία και μεταβάλλονται συνεχώς – όπως όλοι οι άνθρωποι αλλάζουμε στη ζωή μας – ή μπορεί τα έθνη να είναι νεότερα ή να συνεχίζουν να εμφανίζονται ή και να εξαφανίζονται, όπως έχει συχνά συμβεί στην ιστορία. Άρα το ότι σήμερα εμείς έχουμε πολλές διαφορές με τους αρχαίους Έλληνες δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε Έλληνες, αλλά ότι, στην ιστορική μας πορεία, αλλάξαμε και συνεχίζουμε να αλλάζουμε. Όταν, μάλιστα, σταματήσουμε να αλλάζουμε θα απομονωθούμε και μοιραία θα εξαφανιστούμε. Πατριωτισμός, λοιπόν, είναι η αγάπη που έχουμε για το έθνος στο οποίο ανήκουμε και για τη γη στην οποία ζούμε. Η αγάπη αυτή, ως αγάπη, είναι για την Εκκλησία θετικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου.
Για να πάμε πίσω στο βασικό μας ερώτημα: η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης που καταδίκασε τον φυλετισμό, δεν καταδίκασε τα έθνη, γιατί αυτά είναι αρχαίες πραγματικότητες με τις οποίες η Εκκλησία πάντοτε συνυπήρχε και συμπορευόταν. Η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξη, πάντοτε σεβάστηκε τα έθνη και τις ιδιαιτερότητές τους. Άρα ούτε ο πατριωτισμός είναι αυτό που η Εκκλησία καταδίκασε το 1872. Αλλά τότε τι ήταν αυτό που ενόχλησε τη σύνοδο ώστε να καταδικάσει τον φυλετισμό;
Τι είναι εθνικισμός και τι είναι έθνος-κράτος. Από τον 16ο αι. περίπου, όταν εμφανίστηκε ο Προτεσταντισμός, εμφανίστηκε και ένα φαινόμενο που ονομάστηκε εθνικισμός. Ο εθνικισμός μπορεί να οριστεί ως μια ιδεολογία ή ένα κίνημα που απαιτούσε ένα κράτος για κάθε έθνος. Άρα έθνη υπήρχαν. Για κάποιους ιδιαίτερους, όμως, ιστορικούς λόγους που εμφανίστηκαν στη δυτική Ευρώπη και όχι σε εμάς εδώ, οι λαοί άρχισαν να επιθυμούν την κατάλυση των μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατοριών στις οποίες ζούσαν και τη δημιουργία νέων κρατών που ονομάστηκαν έθνη-κράτη. Ένα κράτος για κάθε έθνος, λοιπόν. Σταδιακά και, λόγω κοσμοϊστορικών γεγονότων που δεν μπορούμε να περιγράψουμε εδώ, η ιδέα αυτή πέρασε και στις δικές μας περιοχές στα Ορθόδοξα Βαλκάνια. Είναι αυτή ακριβώς η ιδέα που ήλθε σε σύγκρουση με την Εκκλησία. Πάλι, όμως, εδώ γεννάται το ερώτημα: γιατί η Εκκλησία είχε πρόβλημα αν τα έθνη επιθυμούσαν να έχουν το καθένα το δικό του κράτος; Και σήμερα που εμείς οι Έλληνες έχουμε το κράτος μας, η Εκκλησία τι πρόβλημα έχει; Πολύ απλά, κανένα. Αν υποθέσουμε ότι όλοι οι λαοί συνεργάζονταν ειρηνικά και αποφάσιζαν να δημιουργήσουν τα έθνη-κράτη τους, η Εκκλησία δεν θα είχε την παραμικρή αντίρρηση. Το πρόβλημα για την Εκκλησία γεννάται από τη λέξη που είδαμε να υπογραμμίζει την απόφαση της συνόδου της Κωνσταντινούπολης: αποκλειστικότητα. Κάθε έθνος που επιθυμούσε το δικό του κράτος, το έκανε πολεμώντας τα γειτονικά του έθνη, γιατί πίστευε στην ανωτερότητα του δικού του έθνους έναντι των άλλων. Εκεί είναι που η Εκκλησία έχει το πρόβλημα. Αν διαβάσουμε τον αρχαίο φιλόσοφο Ηράκλειτο θα μας πει ότι ο πόλεμος πατήρ πάντων. Άρα η όποια αλλαγή γίνεται μοιραία με πόλεμο. Ο Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ μάλιστα πίστευε ότι με τον πόλεμο τα έθνη δείχνουν τη ζωτικότητά τους, τη θέλησή τους για ζωή. Ακόμα και αν είναι έτσι, η Εκκλησία που «ευαγγελίζεται πάσιν ειρήνην» δεν μπορεί να συμφωνεί, ούτε να ευλογεί τους πολέμους, ούτε τους εθνικούς ανταγωνισμούς και τις αποκλειστικότητες. Για να απαντήσουμε, όμως, γιατί η Εκκλησία αντιδρά στους εθνικισμούς και τις εθνικές αποκλειστικότητες πρέπει να δούμε τι είναι η Εκκλησία.
Η Εκκλησία ως η Βασιλεία του Θεού, στα πλαίσια της οποίας ξεπερνιόνται τα έθνη και απορρίπτονται οι εθνικισμοί. Εκκλησία είναι η Βασιλεία του Θεού, την οποία ο Χριστός εγκαθίδρυσε στον κόσμο Του. Είναι δηλαδή ο χώρος, η πραγματικότητα, στα πλαίσια της οποίας ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό. Η Βασιλεία του Θεού είναι μια παράδοξη έννοια, γιατί συνδυάζει δυο φαινομενικά αντιφατικά μεταξύ τους χαρακτηριστικά: είναι πραγματικότητα την οποία τώρα όλοι μπορούμε να βιώνουμε, αλλά και στόχος τον οποίο πρέπει να επιτύχουμε. Η Βασιλεία του Θεού, για να χρησιμοποιήσουμε το Ευαγγέλιο, είναι μέσα μας «εντός ημών» (Λουκ. 17, 21), αλλά όχι από αυτόν τον κόσμο μας «εκ του κόσμου τούτου» (Ιω. 18, 36). Όταν βαπτιζόμαστε, μέσω του αναδόχου μας, αποκηρύττουμε αυτόν τον κόσμο, τη ματαιοδοξία του και τη ματαιότητά του και συντασσόμαστε με τον Χριστό. Από πολίτες αυτού του κόσμου γινόμαστε έτσι πολίτες της Βασιλείας του (Εβρ. 11, 10 και 13, 14).
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θέλουμε να αποδράσουμε από τον κόσμο αυτό για να ζήσουμε σε έναν άλλο, σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε έναν κόσμο φανταστικό και ανύπαρκτο. Η Βασιλεία του Θεού είναι πραγματικότητα. Αυτή η πραγματικότητα που ζούμε μέσα στην Εκκλησία όταν προσευχόμαστε όλοι μαζί, όταν όλοι μαζί ακούμε τον λόγο του Θεού και όλοι μαζί μετέχουμε στη Θεία Κοινωνία. Αλλά και προσδοκούμε να φθάσουμε σε ένα έσχατο τέλος, στην ανάσταση των νεκρών και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος, όπως ομολογούμε στο σύμβολο της πίστης μας, άρα περιμένουμε την ολοκλήρωση της Βασιλείας του Θεού, εκεί όπου αυτός ο κόσμος δεν θα υπάρχει και θα υπάρχει μόνο η Βασιλεία Του: «ινα ει ο Θεός τα πάντα εν πάσι». Βασισμένη σε αυτή την πραγματικότητα και σε αυτή την προοπτική, η αρχαία Εκκλησία εκφράστηκε πάνω στο ζήτημα της σχέσης της με τα κράτη και τις πατρίδες αυτού του κόσμου. Σε ένα ανυπόγραφο αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο, την προς Διόγνητον επιστολή, διαβάζουμε ότι οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους. Δεν κατοικούν σε ιδιαίτερες περιοχές, ούτε μιλούν τη δική τους γλώσσα, ούτε έχουν δικές τους κοσμικές συνήθειες. Παρόλα αυτά, ενώ κατοικούν σε πόλεις είτε ελληνικές είτε ξένες και ακολουθούν τα τοπικά έθιμα στην ενδυμασία και τη διατροφή και τις άλλες υποθέσεις της ζωής, η πολιτεία τους είναι διαφορετική και θαυμαστή. Κατοικούν στις πατρίδες τους, αλλά ως περαστικοί και όχι ως μόνιμοι κάτοικοι. Μοιράζονται τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τους συμπολίτες τους, αλλά υποφέρουν κάθε δοκιμασία σαν να ήταν ξένοι. Για τους Χριστιανούς κάθε πατρίδα είναι ξένη και κάθε ξένη γη είναι πατρίδα τους (προς Διόγνητον 5, 1-5).
Με αυτή τη λογική, μέσα στη νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα, που ο Χριστός έφερε στον κόσμο, δεν υπάρχει, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου, ούτε Ιουδαίος ούτε Έλληνας (Γαλ. 3, 28), αλλά μόνο οι πιστοί του Χριστού που αποτελούν, κατά τον απόστολο Πέτρο, εκλεκτό γένος, άγιο έθνος, τον λαό του Θεού (Α΄ Πετ. 2, 9). Οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης θεωρούσαν ότι υπήρχαν δύο έθνη, οι Ιουδαίοι και οι Έλληνες. Με την Εκκλησία του Χριστού η Εκκλησία αποτελεί το «τρίτο έθνος», τον μόνο λαό του Θεού. Οι εθνικές και γλωσσικές διαφορές αποτελούν πραγματικότητες της πεσμένης από τον Παράδεισο ανθρώπινης φύσης μας, όπως μας θυμίζει η ιστορία του πύργου της Βαβέλ (Γέν. 11, 5-9), όπου ο Θεός «διεμέριζεν έθνη» συγχέοντας τις ομιλούμενες γλώσσες των ανθρώπων. Άρα η φυσική κατάσταση των ανθρώπων δεν είναι η διαίρεση, αλλά η ενότητα. Είναι ακριβώς η ενότητα αυτή που αποκαταστάθηκε στην Πεντηκοστή, όταν το Άγιο Πνεύμα ένωσε τους Αποστόλους και το κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου γινόταν κατανοητό στη γλώσσα καθενός από τους ακροατές του (Πράξ. 2, 4-41).
Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι γλωσσικές, εθνικές και λοιπές διαφορές ξεπερνιόνται μέσα στην Εκκλησία, όπου όλοι οι πιστοί ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής ενωνόμαστε στο σώμα του Χριστού. Ανήκουμε σε διάφορα έθνη, μιλάμε διαφορετικές γλώσσες, δεν μπορούμε να υπάρχουμε διαφορετικά, αλλά είμαστε όλοι παιδιά του Χριστού και συγκληρονόμοι της Βασιλείας Του. Μπορεί, λοιπόν, η Εκκλησία να μην έχει πρόβλημα με τις διαφορές των εθνών, των παραδόσεων και των γλωσσών, γιατί στον παρόντα ατελή κόσμο μας έτσι υπάρχουμε, αλλά σκοπός της είναι όχι να καταπιέζει και να σβήνει τις διαφορές – πολύ απλά, αυτό δεν γίνεται – αλλά να τις υπερβαίνει και να καλεί σε ενότητα όλους τους ανθρώπους, αφού όλοι οι άνθρωποι είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα του Θεού και όλοι οι άνθρωποι σώθηκαν από το απολυτρωτικό έργο του Χριστού.
Αν όμως η Εκκλησία ξεπερνά τις εθνικές και άλλες διαφορές, αρνείται πλήρως και αναφανδόν απορρίπτει τους εθνικισμούς και τις εθνικές αποκλειστικότητες, γιατί δημιουργούν διαιρέσεις και συγκρούσεις μέσα στην Εκκλησία, διαιρέσεις και συγκρούσεις που, δυστυχώς, δεν λείπουν. Σήμερα τα διάφορα έθνη ζουν και υπάρχουν σε διαφορετικά έθνη-κράτη. Άλλοτε συνυπάρχουν ειρηνικά και άλλοτε μπαίνουν σε τροχιά σύγκρουσης και πολέμου, προσπαθώντας το ένα να εξοντώσει το άλλο. Ποιος, λοιπόν, πρέπει να είναι ο τρόπος που οι Χριστιανοί οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα έθνη-κράτη και τις κοσμικές εξουσίες; Η χριστιανική στάση, όπως προκύπτει από την Καινή Διαθήκη, εμφανίζεται αντιφατική ή μάλλον αντινομική. Δύο τρόποι αντιμετώπισης του ζητήματος εμφανίστηκαν ταυτόχρονα: ο ένας τρόπος είναι κεντρομόλος, για να δανειστούμε όρους τις Φυσικής, και ο άλλος τρόπος κεντρόφυγος. Ο ένας συγκλίνει και ο άλλος αποκλίνει από τις εξουσίες του κόσμου αυτού. Με κεντρόφυγο τρόπο, οι Χριστιανοί δεν έχουν εδώ τη μόνιμη πόλη της κατοικίας τους, αλλά προσδοκούν τον μέλλοντα κόσμο της Βασιλείας του Θεού «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Εβρ. 13, 14). Οι Χριστιανοί, λοιπόν, οφείλουν, κατά τον ίδιο απόστολο, να πειθαρχούν στον Θεό και όχι στους ανθρώπους «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. 5, 29). Αν λάβουμε υπόψη μας τις παραπάνω φράσεις του αποστόλου Παύλου, οι Χριστιανοί πρέπει πράγματι να αντιτίθενται στις εθνικές και όποιες άλλες ανθρώπινες διαιρέσεις και να είναι αδιάφοροι ή και ανυπάκουοι έναντι των κοσμικών εξουσιών, καθώς ανήκουν στη Βασιλεία του Θεού που δεν ανήκει στον κόσμο αυτό «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».
Ωστόσο, οι παραπάνω θέσεις του αποστόλου Παύλου πρέπει να συνδεθούν με κάποιες τελείως διαφορετικές θέσεις του. Έτσι, με τρόπο κεντρομόλο, οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν κάθε κοσμική εξουσία ως δοσμένη από τον Θεό με σκοπό να περιφρουρεί την τάξη και να προστατεύει τους ανθρώπους από το κακό (Ρωμ. 13, 1-7). Πάλι, αν πάρουμε κατά λέξη το χωρίο αυτό, οι Χριστιανοί πρέπει να υποτάσσονται άνευ όρων στις κοσμικές εξουσίες. Αυτό δεν είναι αληθές. Πρέπει να συνδυάσουμε και τα δύο σε μία λογική γραμμή. Άρα οι Χριστιανοί ενεργούμε ταυτόχρονα κεντρόφυγα και κεντρομόλα: να αποδίδετε στον βασιλιά, λέει ο Χριστός, ό,τι ανήκει στον βασιλιά και στον Θεό ό,τι ανήκει στον Θεό (Ματθ. 22, 21). Όταν όμως ο κοσμικός άρχοντας ζητά από τους πιστούς ό,τι ανήκει στον Θεό, τότε οι άνθρωποι πειθαρχούν στον Θεό και όχι στον κοσμικό άρχοντα, προς τον οποίο δεν οφείλουν πια καμία υπακοή.
Άρα, για να επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα: η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης αντέδρασε στην υπόθεση των Βουλγάρων Ορθοδόξων, επειδή πλέον θεωρούσε ότι η ενότητά της θιγόταν από τις αποκλειστικότητες των εθνικισμών. Δεν καταφερόταν εναντίον του βουλγαρικού έθνους, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της Εκκλησίας, αφού οι εθνικές διαφορές ξεπερνιόνται μέσα στην Εκκλησία. Οι εθνικισμοί, όμως, οι εθνικές αποκλειστικότητες και οι απαιτήσεις των εθνικών ηγετών θίγουν την ενότητα της Εκκλησίας. Ζητούν από την Εκκλησία να παραμερίσει την ενότητά της και να γίνει έρμαιο των εθνικών συγκρούσεων και των πολέμων. Δυστυχώς, αυτό τελικώς συνέβη. Διάφορες Ορθόδοξες Εκκλησίες αντάλλαξαν μεταξύ τους αναθέματα και καταδίκες, επειδή τα έθνη τους ενεπλάκησαν σε πολέμους. Η σύνοδος, παρότι είχε προβλέψει το μέλλον, δεν μπόρεσε να το αποφύγει ούτε να ελέγξει τις εξελίξεις. Οι εθνικισμοί υπέταξαν την Εκκλησία, την κατέστησαν όργανό τους με διάφορους τρόπους, ώστε η Εκκλησία παγιδεύτηκε σε πραγματικότητες που αντιτίθενται στην ουσία της (ο εκλεκτός λαός, ο παγανισμός του εθνικισμού). Δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε τους τρόπους αυτούς. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία πρέπει να συμβιβάζεται. Και εμείς ως μέλη της Εκκλησίας οφείλουμε να καταλάβουμε ότι δεν είναι η Εκκλησία ένα εθνικό μας χαρακτηριστικό, όπως η γλώσσα μας, ο πολιτισμός μας ή οτιδήποτε άλλο, αλλά είναι η μεγάλη κιβωτός, το σώμα του Χριστού, το οποίο αγκαλιάζει όλον τον κόσμο χωρίς εξαίρεση.
Λάμπρος Ψωμάς Θεολόγος-Ιστορικός. https://www.hea.edu.gr/ethnikismos-ke-patriotismos-mia-theologiki-theorisi/
Για του λόγου το αληθές, παρατίθεται εδώ αυτούσιος, χωρίς προσθαφαιρέσεις, ο Όρος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθείσης εν έτει χιλιοστώ οκτακοσιοστώ εβδομηκοστώ δευτέρω, Ινδικτίωνος Α΄, κατά μήνα Σεπτέμβριον 1872 μ.Χ. (κατά του εθνοφυλετισμού):
“Προσέχειν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ἡμᾶς «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος», τὸ τῆς ἐκλογῆς ἡμῖν σκεῦος ἐντέλλεται, λύκους τε βαρεῖς μὴ φειδομένους τοῦ ποιμνίου καὶ ἄνδρας διεστραμμένα λαλοῦντας, τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν, ἀναστήσεσθαι ἐν μέσῳ τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας προαγορεύων, καὶ γρηγορεῖν ἡμᾶς διὰ τοῦτο παρακελευόμενος.
Τοιούτους τοίνυν ἄνδρας καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἐν τῷ τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου κλίματι ἐκ μέσου τοῦ εὐσεβοῦς Βουλγαρικοῦ λαοῦ ἐξαναστάντας, καὶ φυλετισμοῦ καινήν τινα δόξαν ἀπὸ τοῦ γεηροῦ βίου τῇ Ἐκκλησίᾳ παρεισαγαγεῖν τολμήσαντας, καταφρονητὰς τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων γενομένους, πρωτοφανῆ ἐπ’ ἀθετήσει αὐτῶν φυλετικὴν παρασυναγωγὴν συστῆσαι ἀπαυθαδιάσαντας, μετ’ ἐκπλήξεως καὶ ἄλγους καρδίας καταμαθόντες, τὸν ζῆλον τοῦ Κυρίου, ὡς εἰκός, ἀνεζωσμένοι καὶ τὴν τοῦ κακοῦ διάδοσιν ἐν μέσῳ τοῦ εὐσεβοῦς τούτου λαοῦ ἀνακόψαι ἀξιοχρέως προνοούμενοι, ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ συνεληλύθαμεν.
Καὶ δὴ ἐν κατανύξει ψυχῆς τὴν ἄνωθεν παρὰ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων χάριν ἐπικαλεσάμενοι, καὶ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, «ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι», εἰς μέσον προθέμενοι, τὸν μὲν φυλετισμὸν πρός τε τὴν εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν καὶ τὸ ἀπ’ αἰώνων τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας πολίτευμα ἀντιπαρεξετάσαντες, οὐχ ὅπως ξένον, ἀλλὰ καὶ πολέμιον ἄντικρυς αὐτοῖς κατεφωράσαμεν, τὰς δὲ παρανομίας, τὰς ἐπὶ συστάσει γενομένας τῆς φυλετικῆς αὐτῶν παρασυναγωγῆς, καθ’ ἑκάστας ἀπαριθμηθείσας, ὑπὸ τοῦ συντάγματος τῶν ἱερῶν κανόνων ἀναφανδὸν κατεξελεγχομένας κατείδομεν.
Διὸ καὶ μετὰ τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν «ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμενοι, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνοντες, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἁγίων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθασῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες ὥρισαν τὰ συμφέροντα» ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποφαινόμεθα:
α) Ἀποκηρύττομεν κατακρίνοντες καὶ καταδικάζοντες τὸν φυλετισμόν, τουτέστι τὰς φυλετικὰς διακρίσεις καὶ τὰς ἐθνικὰς ἔρεις καὶ ζήλους καὶ διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ὡς ἀντικείμενον τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τοῖς ἱεροῖς κανόσι τῶν μακαρίων Πατέρων ἡμῶν, «οἳ καὶ τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ὑπερείδουσι καὶ ὅλην τὴν χριστιανικὴν πολιτείαν διακοσμοῦντες, πρὸς θείαν ὁδηγοῦσιν εὐσέβειαν».
β) Τοὺς παραδεχομένους τὸν τοιοῦτον φυλετισμὸν καὶ ἐπ’ αὐτῷ τολμῶντας παραπηγνύναι καινοφανεῖς φυλετικὰς παρασυναγωγὰς κηρύττομεν, συνῳδὰ τοῖς ἱεροῖς κανόσιν, ἀλλοτρίους τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ αὐτὸ δὴ τοῦτο σχισματικούς. Ἑπομένως, τοὺς ἀποσχίσαντας ἑαυτοὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἴδιον θυσιαστήριον πήξαντας καὶ ἰδίαν φυλετικὴν παρασυναγωγὴν συστησαμένους, ἤτοι τοὺς προκαθαιρεθέντας καὶ ἀφορισθέντας, Ἰλαρίωνα τὸν ποτὲ Μακαριουπόλεως, Πανάρετον τὸν ποτὲ Φιλιππουπόλεως, Ἰλαρίωνα τὸν ποτὲ Λοφτσοῦ, Ἄνθιμον τὸν ποτὲ Βιδύνης, καὶ τοὺς ἤδη καθαιρεθέντας Δωρόθεον τὸν τέως Σόφιας, Παρθένιον τὸν τέως Νυσσάβας, Γεννάδιον τὸν τέως Βελισσοῦ, καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτῶν ἀνιέρως χειροτονηθέντας ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς τε καὶ διακόνους, καὶ πάντας τοὺς κοινωνοῦντας καὶ συμφρονοῦντας καὶ συμπράττοντας αὐτοῖς, καὶ τοὺς δεχομένους ὡς κυρίας καὶ κανονικὰς τὰς ἀνιέρους αὐτῶν εὐλογίας τε καὶ ἱεροπραξίας, κληρικούς τε καὶ λαϊκούς, κηρύττομεν σχισματικοὺς καὶ ἀλλοτρίους τῆς τοῦ Χριστοῦ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ταῦτα οὕτω διοριζόμενοι, δεόμεθα τοῦ παναγάθου καὶ φιλανθρώπου Θεοῦ καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τελειωτοῦ τῆς ἡμετέρας πίστεως, ἵνα τὴν μὲν ἁγίαν αὐτοῦ Ἐκκλησίαν διατηρῇ ἄμωμον καὶ ἀλώβητον ἀπὸ πάσης νεωτερικῆς λύμης, ἐρηρεισμένην ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν· τοῖς δὲ ἑαυτοὺς ἀπ’ αὐτῆς ἀποσχίσασι καὶ ἐπὶ τῇ τοῦ φυλετισμοῦ δόξῃ τὴν παρασυναγωγὴν αὐτῶν πήξασι δῷ μετάνοιαν, εἴ πως ποτὲ ἀνανήψαντες καὶ τὰ ἑαυτῶν ἀποπτύσαντες, προσέλθοιεν τῇ μιᾷ, ἅγιᾳ, καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ἵνα ἐν αὐτῇ δοξάζωσι μετὰ πάντων τῶν Ὀρθοδόξων τὸν μέγαν τῆς εἰρήνης ἄγγελον καὶ Θεόν, τὸν ἐλθόντα καταλλάξαι πάντας καὶ εἰρήνην εὐαγγελίσασθαι τοῖς ἐγγύς τε καὶ μακράν· ὅτι Αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
Εὑρεθέντα πιστῶς καὶ ἀκριβῶς ἀντιγεγραμμένον ὑπέγραψαν αὐτὸν ἑφεξῆς μόνοι οἱ πατριάρχαι, οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ ἐπίσκοποι κατὰ τήνδε τὴν τάξιν.
Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἄνθιμος, ἔχων καὶ τὴν γνώμην τοῦ παναγιωτάτου πατριάρχου πρῴην Κωνσταντινουπόλεως Ἀνθίμου τοῦ Βυζαντίου, ὁρίσας ὑπέγραψα, † Ὁ πατριάρχης πρῴην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ πατριάρχης πρῴην Κωνσταντινουπόλεως Ἰωακεὶμ ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ πάπας καὶ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Σωφρόνιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἱερόθεος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Κύπρου ἀρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἐφέσου Ἀγαθάγγελος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἡρακλείας Πανάρετος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Νικομήδειας Διονύσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Νικαίας Ἰωαννίκιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Χαλκηδόνος Γεράσιμος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Δέρκων Νεόφυτος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Τορνόβου Γρηγόριος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Διδυμοτείχου Διονύσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἰκονίου Σωφρόνιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἀγκύρας Χρύσανθος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Αἴνου Μελέτιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Σάμου καὶ Ἰκαρίας Γαβριὴλ ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Σωζουαγαθουπόλεως Θεόφιλος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἴμβρου Παΐσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Βελεγράδων Ἄνθιμος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Νύσσης Καλλίνικος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Σβορνικίου Διονύσιος ὁρίσας ὁμοιως ὑπέγραψα, † Ὁ Λιτίτσης Ἰγνάτιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Βλάτσης Παΐσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Μελιτουπόλεως Εὐγένιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Ἀναστασιουπόλεως Κύριλλος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Παμφίλου Διονύσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Χαριουπόλεως Γεννάδιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπεγραψα, † Ὁ Ἀργυρουπόλεως Ἀθανάσιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα, † Ὁ Λαοδικείας Παρθένιος ὁρίσας ὁμοίως ὑπέγραψα.”. [ΠΗΓΗ: Ἰω. Καρμίρη, “Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας”, τ. ΙΙ, Graz - Austria 1968 (2), σ. 930ε-930ζ]
Αλλά και η “Ἔκθεσις διαφωτίζουσα τήν ἐτεροδιδασκαλίαν τοῦ φυλετισμοῦ”, που προέκυψε από την ως άνω Σύνοδο του 1872, ορίζει τον εθνικό-πολιτικό φυλετισμό ως “λόγῳ διαφόρου φυλετικῆς καταγωγῆς καί γλώσσης διάκρισιν καί διεκδίκησιν ἤ ἐξάσκησιν ἀποκλειστικῶς δικαιωμάτων πάρ΄ ἀτόμων ἤ ὁμάδων ἀνθρώπων ὁμοχώρων τέ καί ὁμοταγῶν”. Η Έκθεση εντοπίζει την επικινδυνότητα της ιδέας του φυλετισμού για το ίδιο το πολίτευμα της Εκκλησίας, με το εξής παράδειγμα: ενώ ο κανόνας της Α΄ Οικουμενικής συνόδου ορίζει ρητά ότι “ἳνα μὴ ἐν τῇ πόλει δύο ἐπίσκοποι ὦσιν”, εν τούτοις σύμφωνα με την αρχή του φυλετισμού στην ίδια πόλη δύνανται να συνυπάρχουν δύο ή και τρεις επίσκοποι, όσες και οι φυλές που κατοικούν, κάτι που όμως προξενεί διάσπαση της επαρχίας σε δύο και άνω Μητροπόλεις, ανατρέποντας τον εκκλησιαστικό κανόνα. Εξάλλου και ο 12ος κανών της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου ορίζει κατά λέξη: “Δύο μητροπολίτας μὴ εἶναι ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχία”. Συνοπτικά, η Έκθεση αυτή προέβαλλε τη θέση, ότι κάθε ενέργεια που βασίζεται στο φυλετικό κριτήριο είναι αντικανονική και όχι σύμφωνη με την παράδοση της Εκκλησίας, τραυματίζοντας την ενότητα της μίας και αδιαιρέτου Εκκλησίας.
Δεν χωρά, λοιπόν, αμφιβολία ότι η χριστιανική ορθόδοξη Εκκλησία, έστω και με αφορμή τον βουλγαρικό τότε εθνικισμό, κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος, καταδίκασε οριστικά και αμετάκλητα την εθνικιστική ιδεολογία ως φοβερή αίρεση, η οποία ως τέτοια είναι σατανοκίνητη και, συνεπώς, αποτελεί δαιμονολατρεία. Άρα, εθνικισμός και Χριστιανοσύνη είναι δύο έννοιες εντελώς ασυμβίβαστες μεταξύ τους και οποιαδήποτε ταύτιση των όρων αυτών αποτελεί σχιζοειδή κατάσταση. Το πρόσφατο παράδειγμα των ναζιστών της Χρυσής Αυγής, που αν και σατανολάτρες (παγανιστές) προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την Ορθοδοξία, παριστάνοντας τους “χριστιανούς”, είναι λίαν επίκαιρο και πολύ χαρακτηριστικό αυτής της νοσηρής νοοτροπίας.
Παρακάτω αναφερόμαστε σε δημόσιες τοποθετήσεις σύγχρονων στοχαστών της Ελληνορθοδοξίας, κατά τους οποίους δεν είναι δυνατή η συμπόρευση του εθνικισμού με το χριστιανικό δόγμα. Άλλο πράγμα ο ελληνοκεντρισμός, με τη μορφή του οικουμενικού χριστιανισμού, και δη της Ορθοδοξίας, και άλλο ο ελληνικός εθνικισμός, ο οποίος πηγάζει από τα χρόνια της ειδωλολατρείας (των μη Χριστιανών “εθνικών”) και ουσιαστικά μιμείται το αιρετικό φαινόμενο του λεγόμενου “χριστιανικού εθνικισμού” -κατά το αντίστοιχο του “χριστιανοσιωνισμού”-, το οποίο ανθεί στις ΗΠΑ, αλλά και στη Ρωσία και άλλες χώρες· ο “χριστιανικός εθνικισμός”, που αγωνίζεται για ένα κράτος με χριστιανικές αξίες (με προάσπιση της οικογένειας και καταδίκη των διαζυγίων, χωρίς εκτρώσεις, με ποινικοποίηση της μοιχείας κτλ.), προέρχεται από τον ιουδαϊκό εθνικισμό της εποχής του Χριστού, ο οποίος ανέμενε τον “Μεσσία”, όχι όμως ως πνευματικό, αλλά ως πολιτικό ηγέτη.
Ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος, τον οποίο συχνά επικαλούνται οι εθνικιστές -ως... “εθνάρχη” των Ελλήνων!- είχε συγγράψει στο εκκλησιαστικό έντυπο “Πληροφόρηση” (τ. 133, Μάρτιος 1992), ως μητροπολίτης Δημητριάδος τότε και με αφορμή το ξέσπασμα του Σκοπιανού ζητήματος, κείμενο με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Πατριωτισμός: Ναι – Εθνικισμός: Όχι”, όπου αναφέρει τα ακόλουθα: “Η εκρηκτική αφύπνιση των εθνικιστικών διεκδικήσεων στα Βαλκάνια και οι κίνδυνοι μισαλλοδοξίας και ξενοφοβίας που την συνοδεύουν, θέτουν επί τάπητος τη διάκριση ανάμεσα σε εθνικισμό και πατριωτισμό. Ο Χριστιανισμός αποδέχεται την αγάπη προς την πατρίδα που εκφράζει ο πατριωτισμός. Και τιμά τους υπέρ πατρίδος και βωμών και εστιών αγώνες. Όμως, ενίοτε ο πατριωτισμός διολισθαίνει σε εθνικισμό, με την έννοια μιας ιδεολογίας που αναγορεύει το έθνος σε υπέρτατη αξία που αξιώνει την σ’ αυτή υποταγή όλων των άλλων αξιών της ζωής. Η ιστορική πείρα είναι πολύ πικρή από την κινητοποίηση των εθνικισμών στα Βαλκάνια. Τον περασμένο αιώνα οι εθνικισμοί είχαν σε τέτοιο βαθμό απειλήσει την ενότητα των λαών και την ειρήνη του κόσμου, ώστε η Μεγάλη Εκκλησία να αναγκασθή να τους αποκηρύξει ως ένα είδος αιρέσεως. Και σήμερα η αναβίωσή των με τα ακροδεξιά πολιτικά σχήματα στην Ευρώπη ή με τον φανατισμό και τον ρατσισμό στα Βαλκάνια συνιστά απειλή, μπροστά στην οποία δεν μπορούμε να παραμείνουμε απαθείς. Είναι προάγγελος επικίνδυνων αντιπαραθέσεων και κλιμακούμενων βιαιοτήτων. Στην Ελλάδα ουδέποτε μέχρι τώρα ο πατριωτισμός έγινε εθνικισμός. Η πλαστικότητα της ελληνικής σκέψεως και το οικουμενικό πνεύμα της Ορθοδοξίας δεν επέτρεψαν ποτέ μια τέτοια αλλοτρίωση που θα εσήμαινε υποχώρηση της πολιτιστικής μας στάθμης και προδοσία της πνευματικής μας παράδοσης. Οι Έλληνες, και όταν δεχθήκαμε προκλήσεις, δεν εφθάσαμε στο μίσος και στην απόρριψη των άλλων. Πατριώτες στο έπακρον ελέγξαμε, ωστόσο, την πορεία μας και σταθήκαμε ορθοί στην έπαλξή μας, δίδοντας την κατάφασή μας στον πατριωτισμό και απορρίπτοντας τον άκριτο εθνικισμό”.
Επίσης, ο Σεβ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, στο έργο του “Γέννημα και θρέμμα Ρωμηοί”, και στο κεφάλαιο με τον χαρακτηριστικότατο τίτλο “Η αίρεση του εθνικισμού”, αναφέρει τα ακόλουθα, συμπεραίνοντας ότι ο εθνικισμός είναι περιττός για τον πιστό Χριστιανό που βιώνει την εμπειρία της Εκκλησίας: “Ο εθνικισμός είναι αίρεση της ορθοδόξου εκκλησιαστικής ζωής, που σημαίνει ότι κάθε εθνικισμός είναι αποσπασματικός, αφού βιώνει την μερικότητα σε βάρος της καθολικότητος. Η Ορθοδοξία από την φύση της είναι υπερεθνική χωρίς φυσικά να καταργή τις ιδιαίτερες πατρίδες κάθε ανθρώπου. Όπως για κάποιον αστροναύτη που εξέρχεται από την έλξη της βαρύτητος που εξασκεί η γη ισχύουν άλλες συνθήκες και άλλοι νόμοι, το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο που βιώνει την Χάρη του Θεού. Έχει μια ζωή που είναι υπέρβαση της βιολογικής ζωής. Είναι αυτό που λέγεται ότι αποκτά μια υπόσταση που είναι άρνηση κάθε φυσικής αναγκαιότητος, κάθε αναγκαιότητος της φύσης”.
Ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός, μία φωτισμένη μορφή της σύγχρονης Ορθοδοξίας που κοιμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2019 σε ηλικία 79 ετών, είχε αναφερθεί στο θέμα, με το κείμενό του “Έθνος-Εθνικισμός και Ορθόδοξο φρόνημα”, το οποίο δίνει ουσιαστικές απαντήσεις στο πρόβλημα. Παραθέτουμε εδώ ορισμένα πολύ χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
“Με το κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να δώσω απάντηση στο ερώτημα: Γιατί η Ορθοδοξία -«καθ' ό Ορθοδοξία», φυσικά- δεν μπορεί να είναι εθνικιστική. [...] Η στάση απέναντι στο «έθνος» και στην «πατρίδα» στο χώρο των κατά παράδοση ορθοδόξων λαών είναι μεν ενσωματωμένη σ' αυτό, που δηλώνει εκκλησιαστικά ο όρος «ορθόδοξο φρόνημα» (πρβλ. Ρωμ. 7,27), ως το περιεχόμενο της συνειδήσεως τους, προϋποθέτει, όμως, τη χριστιανική νοηματοδότηση του όρου «έθνος», ήδη στην αρχή της εμφανίσεως της Εκκλησίας στην ιστορική σκηνή, ως σώματος και κοινωνίας. Έτσι, «έθνη» αποκαλούνται στην Καινή Διαθήκη, όπως και στη σύγχρονή της εβραϊκή κοινωνία, οι ειδωλολάτρες - εθνικοί, οι μη Ιουδαίοι και μη χριστιανοί. Αυτό εννοεί π.χ. ο Χριστός στην «επί του όρους» ομιλία, λέγοντας: «πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί» (Ματθ. 6,32). [...] Ο Χριστός παραδόθηκε στα «έθνη» (=εθνικούς) (Ματθ. 20, 19). Η εντολή του, όμως, μετά την ανάσταση του είναι «πορευθέντες, μαθητεύσατε (=κάμετε μαθητές - χριστιανούς) πάντα τα έθνη» (=λαούς) (Ματθ. 28, 19). Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις ο όρος «έθνος» (ή «έθνη») έχει κυρίως πνευματική - θρησκευτική και όχι φυλετική σημασία. Σημαντικό, όμως, είναι, ότι ήδη στην Κ.Δ. χρησιμοποιείται ο όρος «έθνος», πάλι με πνευματική έννοια, αλλά για να δηλώσει το σώμα των πιστών, το «λαό του Θεού», το «έθνος άγιον» (Α' Πέτρ. 2, 9). «Έθνος άγιον» και «λαός του Θεού» ταυτίζονται νοηματικά και σημαίνουν το «σώμα Χριστού», την Εκκλησία, με υπόβαθρο καθαρά α-φυλετικό.
Έτσι, οδηγούμεθα στο Γαλ. 3, 27 ε., όπου ορίζεται από τον Απ. Παύλο, ότι οι βαπτισμένοι «εις Χριστόν» (=όσοι «πέθαναν» και αναγεννήθηκαν στο σώμα του Χριστού) έχουν ντυθεί τον Χριστό και, έτσι, «ουκ ένι Ιουδαίος ή Έλλην». Μέσα στην Εκκλησία δεν υπάρχουν πια διαφορές (φυλετικές - ταξικές), αφού η ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας ενώνει, ενώ οι όποιες άλλες ιδιότητες χωρίζουν. Όλα αυτά όμως (όπως και στο Κολ. 3, 11) σε πλαίσια καθαρά υπερεθνικά και αφυλετικά. Οι πιστοί είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, ο Οποίος εξ άλλου δεν είναι «προσωπολήπτης», αφού «εν παντί έθνει ο φοβούμενος αυτόν και εργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αυτώ εστίν» (Πράξ. 10,34). Η πέτρεια έννοια «έθνος άγιον» ταυτίζεται με τον παύλειο όρο «λαός Θεού» (π.χ. Β' Κορ. 6, 16: «...και έσομαι αυτών θεός και αυτοί έσονται μοι λαός». Πρβλ. Α' Πέτρ. 2, 9: «Υμείς δε γένος εκλεκτόν..., οι ποτέ ου λαός, νυν δε λαός Θεού», όπου υπεισέρχεται και ο όρος «γένος», δηλωτικός της νέας –πνευματικής καταγωγής από το «δεύτερο Αδάμ» και γενάρχη της νέας ανθρωπότητας, τον Ιησού Χριστό). Όλ' αυτά τα χωρία, που ενδεικτικά αναφέρθηκαν, σχετίζονται με το νέο έθνος - γένος - λαό, το «σώμα» του Χριστού, που δεν υποκαθιστά τις οποιεσδήποτε ανθρώπινες και ιστορικές σχέσεις, αφού ανάγει σε μια νέα όχι μόνο ενδοϊστορική, αλλά συνάμα και υπεριστορική πραγματικότητα, σε ένα νέο Θεανθρώπινο κόσμο, που ενώνει τους λαούς της γης σε μια ενότητα, θεμελιωμένη στην άκτιστη «θεία Βασιλεία» (χάρη). Ο χαρακτηρισμός των χριστιανών τον 6ο αιώνα «τρίτον γένος» (genus tertium) ενσαρκώνει τη νέα αυτή συνείδηση και την υπέρβαση των φυλετικών διαιρέσεων, αφού οι «αναγεννημένοι» μέσα από την πνευματική «κοιλία» της Εκκλησίας, το βαπτιστήριο (ή την κολυμβήθρα), κληρονομούν από τον Χριστό μια νέα-διαφορετική φύση, που καταργεί την «πεσούσα» φύση του παλαιού Αδάμ. [...]
Με αυτά δηλώνεται η ενότητα του ανθρωπίνου γένους λόγω της κοινής ΟΛΩΝ καταγωγής («εξ ενός» αίματος ή ανθρώπου) και άρα το αβάσιμο και αντιχριστιανικό του φυλετισμού. Οι διαμορφωμένες ιστορικά -και μέσα στη δυναμική της πτώσεως- «εθνότητες» και οι οποιεσδήποτε ανάμεσα τους διαφορές - διακρίσεις δεν προέρχονται από τον ένα και δημιουργό Θεό, αλλά από την αμαρτία. Αυτό εκφράζει ως πανορθόδοξο βίωμα το «κοντάκιο» της Πεντηκοστής: «Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος· ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσε...». Αντιπαρατίθενται σ' αυτό το γεγονός της Βαβέλ (Γεν. κεφ. 11) και της Πεντηκοστής (Πράξ. 2, 1 ε.). Στο πνεύμα της Πεντηκοστής (Πράξ. 2,1 έ.) ζει η Εκκλησία, στην αυθεντική της έκφραση, ως Ορθοδοξία. Ο όρος «έθνος», μαζί με τα συνώνυμα του, αποφορτίζεται εκκλησιαστικά από το παλαιό νόημα του και αναφορτίζεται (=ενέργεια που χαρακτηρίζει όλη τη θεολογική γλώσσα του Χριστιανισμού) με έννοια πνευματική - πολιτιστική, στα όρια της νέας υπαρξιακής και υπαρκτικής γεννήσεως των Χριστιανών (βλ. Ιωάν. 1,13: «οί εκ Θεού εγεννήθησαν»). Αυτή η νέα συνείδηση και πραγματικότητα εκφράζεται στην Αποκάλυψη (κεφ. 5, 9-10): «...Άξιος ει λαβείν το βιβλίον και ανοίξαι τας σφραγίδας αυτού, ότι εσφάγης και ηγόρασας τω Θεώ ημάς εν τω αίματί σου εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους». Η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι ο νέος κόσμος, η νέα «εν Χριστώ» κοινωνία.
Ιστορική πραγμάτωση της νέας αυτής συνειδήσεως υπήρξε η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (Ρωμανία / Βυζάντιο). Το «Βυζάντιο», παρ' όλες τις ανθρώπινες ατέλειες και αμαρτίες, νοείται ως μία «Μεγάλη Εκκλησία», μέσα στην οποία προσκομίζεται συνεχώς η ανθρώπινη αμαρτία - αποτυχία, για να μεταμορφωθεί, με τη μετάνοια και την άκτιστη χάρη, σε ζωή εν Χριστώ. [...] Όλες οι λαότητες της αυτοκρατορίας θα συνδέονται με την κοινή πίστη (ως φρόνημα), σε μια νέα συγγένεια, την εν Χριστώ παγ-γένεια των Ρωμαίων, με σημείο αναφοράς όχι την Παλαιά, αλλά τη Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη. Τα «εθνικά» ονόματα δεν διέκριναν τις λαότητες διαιρετικά, αλλά υποδήλωναν τις επαρχίες (αυτό σημαίνει ο όρος «έθνος» στον 34ο αποστολικό κανόνα) και τις γλωσσικές ομάδες. (Η Ρωμανία ποτέ δεν επεδίωξε γλωσσική ομοιομορφία). Η Ορθοδοξία ήταν ο πανενωτικός σύνδεσμος των Ρωμαίων. [...] Οι λαοί της Ρωμανίας / Βυζαντίου, ανάλογα με το βαθμό ορθοδοξοποιήσεώς τους, υπερβαίνοντας το κριτήριο της καταγωγής, εντάσσονταν σε μια άλλη ενότητα, στο εκκλησιαστικό σώμα. Η εκκλησιαστική δε ενότητα επιβίωσε αδιατάρακτα στις σχέσεις των Ορθοδόξων ως το 19ο αιώνα και την έξαρση των εθνι(κι)σμών. Όταν η πατριαρχική εγκύκλιος του 1848 ονομάζει το «λαό» (δηλ. σύνολο το ορθόδοξο εκκλησιαστικό σώμα) «φύλακα» της Ορθοδοξίας, εκφράζει αυτή τη συνεχιζόμενη πραγματικότητα της Ρωμανίας, την υπερφυλετική ενότητα με βάση την πίστη. Αυτή την ενότητα διασπούσε (και διασπά) η αίρεση (κάθε αίρεση) ως νόθευση και, γι' αυτό, απόρριψη της Ορθοδοξίας. [...]
Η αίρεση πάντα θα αρνείται την καθολικότητα και, συνεπώς, και την υπερεθνικότητα, κινούμενη σε πλαίσια σαφώς φυλετικά και εθνικιστικά. Αυτό είναι ευδιάκριτο στην πορεία της «χριστιανικής» Ευρώπης και του δυτικού κόσμου ευρύτερα. Η αλλοτρίωση στην πίστη, μετά την εκφράγκευσή της, θα έχει στο χώρο της εθνικής συνειδήσεως σοβαρότατες συνέπειες. Ο όρος «έθνος» θα αποβεί στη Δύση φυλετική κατηγορία (nation - gens). Τι άλλο εκφράζει η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους»; Ο Φραγκογερμανικός ρατσισμός, μάλιστα, θα έχει ως βάση το σώμα των «ευγενών», με την τάξη των οποίων θα ταυτισθεί τελικά το «έθνος» (αυτή την έννοια έχει ο όρος «έθνος - nation» στο Λούθηρο). [...]
Η Ορθόδοξη καθολικότητα είναι η μήτρα, στην οποία κυοφορείται η υπερεθνικότητα. Ο μεγάλος ρωμηός πολιτικός του 19ου αιώνα, ο ληξουριώτης ριζοσπάστης Γεώργιος Τυπάλδος - Ιακωβάτος (1813-1882), συνήθιζε να λέγει: «Είμεθα πρώτα Χριστιανοί (ορθόδοξοι) και μετά Έλληνες», αποκρούοντας το εθνικιστικό σύνθημα των Βενετσιάνων κατακτητών και του νησιού του: «semo prima Veneziani e poi Christiani». Το υπερεθνικό, όμως, στην Ορθοδοξία δεν αναιρεί το εθνικό. Δεν είναι «ανεθνική» η ορθόδοξη πίστη. Δεν καταργεί το εθνικό στοιχείο, αλλά και δεν το αφήνει να λειτουργεί διασπαστικά. Όπου και όταν είναι ακμαίο το ορθόδοξο φρόνημα, εκεί βιώνεται η οικουμενικότητα και ρωμαίικη παναδελφότητα· όπου όμως επικρατεί η ενδοκοσμική προοπτική και εσχατολογία, εκεί κατισχύει η εθνικότητα ως φυλετισμός.
Η διαχρονικότητα αυτής της ορθόδοξης συνείδησης επιβεβαιώνεται από δύο κείμενα, που απέχουν μεταξύ τους 16 αιώνες, την Προς Διόγνητο Επιστολή (β' αι.) και τις Διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού (ιη' αι.). Στο πρώτο κείμενο ορίζεται, ότι οι Χριστιανοί «πατρίδας οικούσιν ιδίας, αλλ' ως πάροικοι· μετέχουσι πάντων ως πολίται, και πάνθ' υπομένουσιν ως ξένοι- πάσα ξένη πατρίς εστίν αυτών και πάσα πατρίς ξένη». Δεν παύουν, δηλαδή, να είναι «πολίτες» (και πατριώτες), αλλά δεν δένονται με την προσωρινότητα του κόσμου. Αυτό το πνεύμα εκφράζει και ο Πατροκοσμάς: «η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Αποκούρου... Ημείς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα. Δια τούτο και ο Θεός μας έβαλεν τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας». Έτσι σκέπτονται οι αυθεντικά ορθόδοξοι, δηλ. οι Άγιοι. Η σκέψη δε αυτή δεν είναι προφανώς εθνικιστική, αλλά ούτε και διεθνιστική. Διότι, όπως ελέχθη, δεν καταργείται ο εθνισμός και η εθνότητα, αλλά ιεραρχείται στο «πραγματικό», που είναι το αιώνιο. Και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Πατροκοσμά για «εθνική μειοδοσία»! [...]
Έχει, όμως, ιδιαίτερη σημασία το γεγονός, ότι ο «φυλετισμός» (ρατσιστικός εθνικισμός) καταδικάσθηκε συνοδικά στην Κωνσταντινούπολη το 1872, με αφορμή τις πρώτες εκρηκτικές εκφάνσεις του εθνικισμού στη Βαλκανική, το πραξικοπηματικό Ελλαδικό αυτοκέφαλο (1833) και τη Βουλγαρική Εξαρχία (1870). [...] Η Σύνοδος του 1872 αντιμετώπισε τον εθνοφυλετισμό (εθνικισμό) ως αίρεση. Βέβαια, αναφέρεται στο «βουλγαρικόν ζήτημα», διότι το «ελλαδικόν» είχε «λυθεί» το 1850. Ο φυλετισμός χαρακτηρίζεται ασυμβίβαστος με την Ορθοδοξία, ως προβολή της φυλής και του έθνους εις βάρος της πίστεως, με συνέπεια τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας. Το κείμενο είναι σαφές: καταδικάζει τις φυλετικές διακρίσεις και εθνικές έριδες και τις διχοστασίες, που αναιρούν την «ενότητα της πίστεως». Ο φυλετισμός (εθνικισμός) καταδικάζεται ως «καινή δόξα», «ξένος» προς την ορθόδοξη παράδοση και «νεωτερική λύμη». Η Εκκλησία -υποστηρίζεται- δεν μπορεί να γίνει ποτέ «εθνική», δηλαδή «φυλετική». [...]
Μέσα στην Εκκλησία και δια της Ορθοδοξίας ζουν η Ρωμανία και η ενότητα της. Γύρω από την Αγία Τράπεζα και με τη συμμετοχή στην Ευχαριστιακή σύναξη και σύνολη τη ζωή της Εκκλησίας πραγματώνεται η υπερεθνική ενότητά μας στα όρια της «κατά Θεόν πατρίδος». [...] Είναι ανάγκη, συνεπώς, να συνειδητοποιήσουν και οι Έλληνες «εθνικιστές», ότι με την τακτική τους συμπλέουν, τελικά, με τον ευρωπαϊκό εθνικισμό - ρατσισμό, δολοφονώντας τον αυθεντικό πατριωτισμό, που θεμελιώνεται μόνο στην άδολη φιλανθρωπία της Ορθοδοξίας των Αγίων μας. Παράλληλα, όμως, βλάπτουν και την υπερεθνική ρωμαίικη ενότητα του Ελληνισμού με την υποτίμηση της Ορθοδοξίας ή την «εθνικοποίηση» της, δηλαδή τη διαστρέβλωση της κατ' εξοχήν ενοποιητικής μας δύναμης στους δύσκολους καιρούς μας. Τελικά ο με αυτή την έννοια «εθνικισμός» δεν αποβαίνει αρνητική δύναμη μόνο για την πίστη και παράδοση μας, αλλά και για το ίδιο το Έθνος, το όποιο διατείνεται ότι θέλει να προφυλάξει”.
Ο αείμνηστος Νικόλαος Ψαρουδάκης, ιδρυτής του κινήματος της Χριστιανικής Δημοκρατίας και πρώην βουλευτής, στο έργο του “Χριστιανική επανάσταση – Η φιλοσοφία της επανάστασης”, αναγράφει μεταξύ άλλων τα κάτωθι: “Ο εθνικισμός μπορεί ν' αποβή μοιραίος στη ζωή των λαών, όπως το μαχαίρι στα χέρια του μωρού. Η ιστορία συνεχώς επιβεβαιώνει την αλήθεια αυτή και καλά θα κάμουν οι λαοί να δώσουν προσοχή στη φωνή της. Η προσωπολατρεία κι ο εθνικισμός ήταν ανέκαθεν η γόνιμη γη, όπου σπέρνονταν και καρποφορούσαν τα ζιζάνια του Σατανά, τα προορισμένα να συμπνίγουν τις θεϊκές εντολές και να μεταβάλλουν την ανθρωπότητα σε σφαγείο. [...]
Η άρχουσα τάξη με τα κοινωνικά της όργανα, τους πολιτικούς και τους διανοουμένους, ενόθευσε την αγάπη προς την πατρίδα και την έκανε εθνικισμό, για να την καταντήση στο τέλος σωβινισμό και ιμπεριαλισμό. Για το σκοπό αυτό η αστική ηγεσία χρησιμοποιεί είτε ναρκωτικά, το νοθευμένο θρησκευτικό κήρυγμα, είτε διεγερτικά, όπως είναι ο εθνικισμός. Τα ναρκωτικά τής εξασφαλίζουν την κατοχή των παράνομων κερδών, τα διεγερτικά τής αυξάνουν τα κέρδη. Ο εθνικισμός είναι η πιο προσοδοφόρα πηγή της καπιταλιστικής τάξης. [...]
Εθνικισμός σημαίνει θεοποίηση της πατρίδας και του κράτους. Η θεοποίηση αυτή είναι ο συντομώτερος δρόμος προς την αποκτήνωση των λαών. Με τον εθνικισμό η πατρίδα γίνεται σκοπός, αντικείμενο λατρείας, παίρνοντας τη θέση του Θεού. Οι Χριστιανοί πρέπει να ξέρουν πως ο εθνικισμός είναι επικίνδυνη μορφή ειδωλολατρίας, όργανο του διαβόλου και άρνηση της φιλοπατρίας των άλλων.
Κλασσικό παράδειγμα είναι ο γερμανικός εθνικισμός· «η Γερμανία υπεράνω όλων». Όταν κανείς θεοποιήση την πατρίδα του, τότε θέλει να καταργήση τις άλλες πατρίδες και ν' αναγκάση τους πολίτες τους ν' αγαπούν τη δική του πατρίδα. Γιατί αυτό; Θα θέλαμε μια απάντηση απ' τους εθνικιστές· ταιριάζει αυτό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη χριστιανική ιδιότητα; Η πατρίδα είναι θρησκεία; Υπάρχει κανένας Θεός που να δίδαξε τον εθνικισμό; Μπορεί να είναι κανένας εθνικιστής και χριστιανός; Ο Χριστιανισμός γεμίζοντας τα πάντα δημιουργεί αδιαχώρητο. Στο χριστιανικό αδιαχώρητο δεν έχουν θέση αντιχριστιανικά πράγματα και επομένως ούτε ο εθνικισμός. Το έθνος, σαν σύνολο λαού, πρέπει να βρίσκεται στην υπηρεσία του Θεού. Αυτή είναι η αληθινή έννοια της φιλοπατρίας”.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα από το κεφάλαιο με τίτλο “Εθνοφυλετισμός και Εκκλησία”, της μελέτης “Ορθοδοξία και φυλετικές διακρίσεις”, του φιλολόγου-θεολόγου Χρήστου Πάτση: “Με βάση το Κανονικό δίκαιο και την Παράδοση της Εκκλησίας υπήρξε θεολογική αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου που έφθασε έως την καταδίκη (1872) του εθνοφυλετισμού, επειδή υποσκάπτει ο τελευταίος, ως αίρεση, τα εκκλησιολογικά θεμέλια της χριστιανικής πίστης. Το «φυλετικό» κριτήριο όπως αποφάσισε ρητά η Μεγάλη Σύνοδος (1872) αντιβαίνει στο πολίτευμα της Εκκλησίας, επειδή δογματικά και διοικητικά προσβάλλει την ενότητα της τοπικής Εκκλησίας. Δεδομένου ότι η τοπική Εκκλησία προσδιορίζεται με εδαφικά-γεωγραφικά κριτήρια, το «φυλετικό» κριτήριο δεν ευνοεί την παρουσία της διαφορετικότητας, ως εκκλησιαστικού πλούτου, αλλά ως στοιχείου διχασμού, αντίθετου, επίσης, στο εκκλησιαστικό γεγονός και στη μετοχή του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας υπό του ενός Επισκόπου της κάθε Επαρχίας. [...] Ο εθνοφυλετισμός, κατά τον Τ. Φίτζεραλντ, ως πρόκληση απέναντι στην ιστορία συγκρούεται και με το παράδειγμα του Χριστού, όταν ο Κύριος συνομίλησε με τους Σαμαρείτιδα, ανατρέποντας την καθεστηκυία τάξη – ιδεολογία των Φαρισαίων και αντιμετωπίζοντας τη γυναίκα από τη Σαμάρεια ως πρόσωπο. Ο Γ. Τσέτσης θα προσθέσει ότι ο εθνοφυλετισμός εξελίχθηκε σε μία τραγωδία για την ορθόδοξη Εκκλησία, που προσέβαλε βίαια την έννοια της Καθολικότητας όπως η τελευταία περιγράφεται στα δογματικά εγχειρίδια. Έναντι της ορθόδοξης Εκκλησιολογίας και του Οικουμενικού πνεύματος έρχεται ο εθνοφυλετισμός να υπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες, τροφοδοτώντας στο έπακρο το ρατσισμό, το σοβινισμό και τη μισαλλοδοξία. [...] Η ευθύνη της Εκκλησίας έγκειται στη δυνατότητα όχι μόνο να παρατηρεί τον εθνοφυλετισμό, ως αναγκαία ιστορική εξέλιξη, αλλά να διαγιγνώσκει έγκαιρα την ασθένεια του εθνοτικού μίσους και να επιβάλει με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος την κατάλληλη θεραπεία, ανεξάρτητα της ανθρώπινης κοσμικής βούλησης, η οποία συχνά καταπιέζει, διώκει, προκαλεί βία και πόλεμο, βασιλεύει και διαιρεί. Ο μόνος, από θεολογικής αντίληψης, διαχωρισμός που μπορεί να ισχύσει είναι στην εσχατολογική κρίση του Χριστού για την επουράνια πατρίδα. Όταν η Ορθοδοξία ταυτιστεί με τον εθνικισμό και τις φυλετικές συγκρούσεις είναι σαν να προδίδει την πλούσια κληρονομιά όπως αυτή οικοδομήθηκε στις απαρχές του Χριστιανισμού με βάση το οικουμενικό πνεύμα του Ευαγγελίου και την παρουσία του Απ. Παύλου, σε ένα περιβάλλον πλουραλιστικό, με μία πανσπερμία γλωσσών και παραδόσεων (ρωμαϊκή και βυζαντινή αυτοκρατορία). Ο πειρασμός της ιστορίας για εθνοφυλετική υπεροχή γίνεται ταυτόχρονα και ένας μεγάλος αναχρονισμός για την Εκκλησία, επειδή αναιρεί, ακριβώς, αυτή την οικουμενικότητα. Με άλλα λόγια η παθολογική αφοσίωση προς το έθνος δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πίστη προς το Χριστό, αν θέλει πραγματικά η Εκκλησία να αποτιμήσει την αυθεντική αντίληψη του δόγματός της έναντι της κοσμικής εξουσίας και δύναμης. Συμπερασματικά ο εθνοφυλετισμός με τις προϋποθέσεις που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους επιδιώκει μέσω της θρησκευτικής παρουσίας του να πετύχει τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας. Και μάλιστα στρέφεται εναντίον των πανανθρώπινων αξιών – όπως η αγάπη για την πατρίδα, η αλληλεγγύη προς τον πάσχοντα κ.λπ. – μετασχηματίζοντάς τες σε εθνικιστικό πάθος το οποίο βάλλει κατά της συνοχής και της συνύπαρξης των κοινωνικών υποκειμένων”.
0 comments: